Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

του χρονου γυρισματα

Νυχτοκαρτέρεσαν
Ταπομειναρια της πάχνης.
Σκιρτησαν και τώρα,
Οι ανομες ελπίδες.
Σαν τοτε που ρημαξαν
Της νιοτης οι εχτρες
Και λαθεψαν
Ταποκαϊδια
Των νοθρων αναπαραστάσεων.
Σκεφτομαστε
Τις ωρες που στριμώχτηκαν
Αποκοιμισμένες
Στο σκοτεινο και
Αραχνιασμένο
Δωματιο….
Παει….
Κιότεψε του χρονου
Η αμαθη ορφανεια,
Νανοιξουν φτερά
Καινουριες ελπίδες,
Στα ματια
Να λαμψουν
Μελλουμενα ονειρα,
Να παμε τη νιοτη μας παρακατω….

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

ΚΑΛΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

κσλσ Χριστουγεννα

                               ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Σκέπασε τα πόδια της με την μάλλινη κουβέρτα και μέριασε την κουνιστή πολυθρόνα,  δίπλα στο παραγώνι.
Γιορτινή η σάλα, του μεγάλου πετρόχτιστου σπιτιού και η θαλπωρή από το τζάκι, που έκαιγαν τα κούτσουρα, έφτιαχναν εικόνα, από το παλιό μας παραμύθι.
Περασμένα μεσάνυχτα, η ζωή της κυρίας Άννας, αράδιαζε στα χρόνια της όλες τις εμπειρίες και τη γλυκιά γοητεία, της τέχνης των γηρατειών. Περήφανη, αρχόντισσα σωστή, έρανε με εορταστικό άρωμα το σπίτι, αν και ήξερε ότι φέτος, θάταν ολομόναχη τις γιορτές.
Είχε η ίδια επιμεληθεί, για τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα, που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι, τυλιγμένα, σε κόκκινο σελοφάν.
Οι γιορτές, παιδιά μου, έλεγε στα γειτονόπουλα που της κράταγαν συντροφιά, πάντα επισκέπτονται το σπιτικό σου και πρέπει να τις φιλέψεις, ένα γλυκό.
 Μόνος δεν είναι ο άνθρωπος που δεν έχει παρέα, μα αυτός, που δεν τον θέλει κανείς, για παρέα.
 Σοφές κουβέντες ξεστόμιζε, η γιαγιά πια, και ορμήνευε τα παιδιά, με κείνη τη γλυκύτητα στα μάτια και εκείνα κατάχαμα, γύρω-γύρω στα πόδια της, άρμεγαν τις ιστορίες της και καμιά φορά τάπαιρνε ο ύπνος, στο πάτωμα.
Παραμονή Χριστουγέννων απόψε και πώς φαινόταν με την πρώτη ματιά που έριχνες στο σπίτι της; Είχε καλοχτενίσει, τον κάτασπρο κότσο της και έβαλε και την καινούρια της ζακέτα. Η εγγονή της την έστειλε από την Αθήνα, με λεφτά από τον πρώτο της μισθό. Κοτζάμ γιατρός, έγινε η Αννούλα μας! Και πόσο το καμάρωνε!!!
Ακούμπησε το κεφάλι της πίσω και έκλεισε για λίγο τα μάτια της. Ήθελε απόψε να πάρει το δρόμο της προς τα πίσω και ναπαντήσει, εκείνη τη μακρινή παραμονή της Μεγάλης Γέννησης.

Τόστρωσε για τα καλά έξω. Ένα γόνα χιόνι, έριξε τη νύχτα! Τα ζωντανά, ήταν κλεισμένα στα χειμαδιά. Ποιος να ξεμυτίσει, με τούτον τον καιρό;
Χριστουγεννιάτικος καιρός, παιδιά μου, έλεγε ο παπά-δάσκαλος, σαν του παραπονιόσανται ότι κρύωναν, τα σχολιαρούδια του. Σάμπως είχανε τα καλοριφέρ; Μια ξυλόσομπα και εκείνη κάπνιζε του καλού καιρού, κάθε που έβανε βοριά. Όσο για ξύλα; Τα κουβαλάγανε, κάθε πρωί, από τα σπίτια τους. Αντί για τσάντα, παίρνανε ένα κουτσουράκι από το σπίτι, να ζεσταθούνε στο σχολείο.
Σε δυο μέρες κλείνουμε, για τις γιορτές. Εξάλλου βουνίσιοι είμαστε. Μην το ξεχνάτε και τον αντέχουμε το χιονιά. Είχανε ζεστά πανωφόρια, από γίδινο μαλλί, αλλά τα παπούτσια τους, φτιαγμένα από δέρμα γουρουνιών, όλο και γίνονταν μούσκεμα.
Έτσι κύλαγε ο χειμώνας, έτσι ταλαιπωρούσαν την ανάγνωση και τη γραφή, όσο για τη φυσική, τη μάθαιναν από τα πειράματα της φύσης.
Γέρος πια και ο παπά-δάσκαλος, άλλωστε, ποιος θα πήγαινε σε κείνο το χωριό, που δεν το βρήκαν ούτε οι Γερμανοί, την κατοχή; Φιλάσθενος καθώς ήταν, με το πέσιμό του στο κρεβάτι, έκαναν και ένα μήνα να ψάξουν την πλάκα τους.
Πού τετράδια και μολύβια; Μεταπολεμική εποχή ήταν. Μια πλάκα και ένα κοντύλι, ήταν αρκετά για σύνεργα, στη μαθησιακή τους αναζήτηση.
Τέτοιες μέρες σαν γύριζαν σπίτια τους, ξεροστάλιαζαν γύρω από την ποδιά της μάνας, τρυγώντας με τα μάτια τους τα καλούδια των ημερών. Κουραμπιέδες, λουκουμάδες με φρέσκο πετιμέζι, μουσταλευριά και καρύδια σουτζούκι.
Έβρισκε, λέτε, άκρη για καλούδια, η  κυρία Άννα, μιας και τα δικά της καλούδια- ζωή νάχουνε- ήταν δεκατρία;  Μια θράκα παιδιά, έλεγε και καμάρωνε το βιός της.
Με τούτο το βιός, χόρταινε σαν βράδιαζε, τα μουδιασμένα της από την κούραση χέρια. 
Είχε σουρουπώσει για τα καλά, σαν άκουσε τους ρεζέδες της ξυλόπορτας, να τρίζουν.
Γυναίκα, σας φέρνω μουσαφίρη. Πάντα γλυκιά και ήρεμη η φωνή του κυρ- Δημήτρη, που έφτανε κάθε βράδυ στο σπίτι, σφυρίζοντας.
Μικρόσωμος, κουρελής και ταλαίπωρος, ο μουσαφίρης.
Τίποτε δεν ρώτησε παρά συμπλήρωσε τα  πιάτα στο τραπέζι και τάκανε, δεκαοκτώ.[Είχανε βλέπεις και τα πεθερικά της, στο σπίτι τους]
Ο Γιώργης, γυναίκα, θα μείνει στο σπίτι μας. Θα γίνει οικογένειά μας. Μαγκούφης, ο κακομοίρης και ολομόναχος, τι θα μας κοστίσει; Ένα πιάτο φαΐ;
Ήταν βλέπετε, μικρή η φαμίλια του και ήθελε να την αυγατίσει και με το Γιώργη!!!!
Και έγινε ο Κοντόγιωργας, έτσι τον βάφτισαν τα παιδιά, άνθρωπος της οικογένειας. Και έμεινε μαζί τους μέχρι την τελευταία, της ζωής του ώρα.
Ήταν ένα βράδυ, σαν απόψε. Ακριβώς την παραμονή των Χριστουγέννων, του έτους… τι σημασία αλήθεια, έχει το έτος;
Τούτες οι σκέψεις στρογγυλοκάθισαν απόψε, στο άδειο, Χριστουγεννιάτικο σπιτικό της. Ποτέ δεν παραπονέθηκε και για τίποτα, η άγια τούτη γερόντισσα, μα ξημέρωνε και βράδιαζε, όλη της τη ζήση, με ένα: Νάχετε την Ευχή μου. Μοίραζε απλόχερα ευχές και ήταν τόσο από καρδιάς, που κάθε φορά και με κάθε ευχή που σκόρπιζε, φωτιζόταν το πρόσωπό της.
Το κουδούνισμα του τηλεφώνου, τη συμμάζεψε από το ξεστράτισμα, στο χρόνο.
« Χρόνια Πολλά, γιαγιάκα ». Ήταν ο Δημητράκης, ο εγγονός της, ορφανό από τη Γκάνα, που υιοθέτησε, ο γιος της ο Γιάννης. Και τόλεγε, τούτο το γιαγιάκα, με μια γλύκα! Με το γιαγιάκα του Δημητράκη, ανάδευε τόσα όνειρα και ζέσταινε τόσες ελπίδες!!!
« Χρόνια Πολλά Μάνα Καλά Χριστούγεννα. Σε λίγο πετάμε. Αύριο θάμαστε εκεί Μόνη θαρρείς, θάκανες γιορτές, μετά από δεκατρία παιδιά; Θα γνωρίσεις και το Δημητράκη μου, Μάνα.».
Έκλεισε το τηλέφωνο και δακρυσμένη, ανακάτεψε, λίγο, τη θράκα.
Το σόι πάει βασίλειο!!
Νάχεται την ευχή μου!!!

Χρόνια πολλά, καλά Χριστούγεννα Γιάννη μου!!!! 

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

"ΕΣΤΙΝ ΟΥΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ"

«ΕΣΤΙΝ ΟΥΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ»



Έ
παιρνε πάντα τον ίδιο και απαράλλαχτο αντιγραμμένο δρόμο, κατασκεύασμα της μοναδικής του ανασφάλειας και τράβαγε ίσα καταπάνω, για το αδιαπραγμάτευτο τίποτα. Ένα τίποτα που γεννήθηκε από τις μεγάλες προσδοκίες του- αποκυήματα άγραφων αναγνωσμάτων-για τα νοσηρά προλογισμένα μονοπάτια. 

Σ
τόχοι ανωτέρων ανθρώπων καρφώθηκαν στο κεφάλι του και ζωντάνευαν, μόνο για να του καταμαρτυρήσουν την μηδενικότητα, που αλαζονικά προσπαθούσε να αναδείξει σε  αρετή. Σιγοπριόνιζε τα μελτέμια που αρμένιζαν τα βαπόρια του ήθους και καλούσε τον ξεπεσμό του σε ευανάγνωστες συναυλίες.  

Τ
υχερός θα λογαριαζόταν, σαν αντάμωνε αναγνωρίσιμες καταιγίδες, μιας και το μεγάλο του παράπονο ήταν η ανωνυμία της σκιάς του. Τρανταχτό παραστράτημα της μοίρας του, η μακρινή απομόνωση που αναγράφεται και δη με κεφαλαία.

Ί
διο λαχτάρισμα το ξέσπασμα της τραγωδίας, που γεννιέται και σε ακολουθεί ίσαμε τα ύστατα κοσμογονικά σου περπατήματα και ανατριχιάζει τους θεατές της κατρακύλας σου.

Ν
όθευε τις μετάνοιες του, με τις επαναλήψεις των ανομιών του και εισέπραττε πάντα το ίδιο, ακατανόητο για κείνον, απορρίπτω, σαν αμοιβή των ανεύθυνων προγραμματισμών του. Ποτέ δεν ζέστανε τα χέρια του στο φως του φεγγαριού και δεν συνόδευσε τον κότσυφα, στη φωλιά του. 


Ο
ρεγόταν τα των μεγάλων έργα, κλεισμένος και καταδικασμένος να παραμένει έξω από τα τείχη τους και κρυφομοιρολόγαγε την τύχη του, που κατέστρωνε τα σχέδιά της, με εκείνον… μεγάλο απόντα.

Ύ
στατες προσπάθειες κατέβαλε να παρακολουθήσει τη γιορτή των παραμυθιών, τις νύχτες των ανακατατάξεων και έτσι πάνω στην αδιαφορία τους κάκιωνε και θεμέλιωνε έργα ποταπών αντιλήψεων.

Ν
αύλωσε  πολλές φορές το καΐκι της απόρριψης, σαν στόχευε σε μεγαλεπήβολα όνειρα και  αγνοώντας τον ένα κριτή, που δεν ήταν άλλος από τον κακό του εαυτό, σκιαγραφούσε τα ανομήματά του σε οριοθετημένες πάντα πολιτείες..


Τ
ραυματικές εμφανίσεις, ή μάλλον τρομακτικές καταβροχθισμένες ώρες, μέτραγαν μπροστά του τα χρόνια της ζήσης του, γνεύοντάς του «εκεί», δηλαδή στην απέναντι γωνία, θέση που σε τοποθετούν τα πράγματα, σαν αποφασίσουν να σου σκοτώσουν το δικαιωματικό σου «εδώ».

Ρ
ωγμές των χώρων αναδεύονταν τις νύχτες της απομόνωσης και αναλάμβαναν το έργο των κατολισθήσεων των επιτηδευμένων λόγων ή σχέσεων που δεν κατόρθωνε ποτέ να κάνει κτήμα του.

Α
πολιθωμένες ρήσεις έγραφε, ως καταγραφή των περασμένων του μεγαλείων και ξεθώριαζε τους αφρούς των αντιξοοτήτων, λες και η ανωριμότητα ήταν το πλεονέκτημα των αμίμητων μυήσεων στα αχορτάριαστα μνημεία των γραμμών.

Γ
ερμένος στα άλαλα και ανεδαφικά αποκούμπια του…έστηνε το μεγάλο χορό  της μοναξιά, ζωγραφίζοντας το παράπονο, σαν το μεγάλο της ζωής του απόκτημα. Σκουριασμένες αναθυμιάσεις τα παλιά του ρητορεύματα, με παραπλανητικά σκόρπια λόγια, που ανασύντασσε μόνο και μόνο για να κρύβει την καμουφλαρισμένη του  απραξία.

Ω
ρίμασε με την καρφοπιασμένη του αγανάκτηση και παραπλανούσε νόθες αποδράσεις, ελπίζοντας τα ανέλπιστα. Παρακάλια με λυγμούς και σκύψιμο του κεφαλιού, στο μεγάλο κενό των τυφλών. Καταρρακωμένα γκριζοπράσινα όνειρα που  πνίγηκαν σε αφανισμούς και απαλλοτριώσεις.

Δ
εν ήμουν ποτέ ειμαρμένη του καιρού του και πώς να αποκρυπτογραφήσω την παραπονεμένη του σκέψη; Ήρθε απλά στα χέρια μου το στοιχειωμένο του παράπονο σε ένα ξέσπασμα και μάλιστα μέρα γιορτής. Ανακάθισα στο παλιό του ξύλινο σκαμνί και σαν τον ξομολογητή, λογοδοτούσα για τις τύχες των άλλων. Έδινα λογαριασμό για την «τυφλή τύχη», που κατάφερε να εμφανίζεται και ως κόσμημα στους κάτασπρους λαιμούς των κυριών. Αόμματα λόγια παρηγοριάς και μόνο για αφελείς θα τα χαρακτήριζα, μα ήταν τα μόνα που ανέσυρα από το κλειδωμένο συρτάρι της αμηχανίας μου.  

Ι
μάτια ξεπουλημένα η ζωή του, ούτε καν μισοτιμής δοσμένη, πεταμένη στην υψικάμινο με τα απόβλητα, στον αθέατο δηλαδή καιάδα του απόλυτου τίποτα. Με γονάτισε η όλη παραπονιάρικη αφήγηση, λόγια σπαρακτικά και αρτιμελή και γύρισα το κεφάλι ψηλά, ψάχνοντας ένα κόνισμα, να του φορτώσω τις τύψεις. Δεν έβγαλα άχνα, όλη τούτη την ώρα, παρά σεργιάναγα στου μυαλού μου τις στοές, μπας και συναντήσω ένα λόγο, να απαλύνω το μαρτύριο που ζούσαμε και οι δυο μας. Πεισματικές αρνήσεις μου ορθώνονταν, λες και όλα ήταν προγραμματισμένα και κατασκευασμένα να καταλήξουν την πράξη «σπουδαίαν και τελείαν».  

Α
ντιστάθηκα αρκετά στις κραυγές απόγνωσης που μου φανερώθηκαν και βρήκα την ώρα να κλάψω για την κάθαρση, που δυστυχώς δεν χαράμισα, τόσα χρόνια, ούτε μια στίξη, να την μελετήσω. Τράβαγα το δρόμο μου και δεν κοντοστάθηκα ούτε για μια στιγμή ν’ αφουγκραστώ το μαρτύριό του και ίσως… να του σιγοτραγουδήσω, δυο στίχους στο δρόμο της άνοιξης. Έτσι ξεμάκραινα και περήφανα κοίταζα μπροστά, δίχως μια νότα οίκτου, ανέξοδο έργο ενός απλού ανθρώπου. Ότι κατάφερα τελικά, ήταν να κάνω τη ζωή του… «συν-μαρτύριό μου».  
Β.Μέμου.

«συγχρονοι Έλληνες ποιητές» εκδοση της ΟΥΝΕΣΚΟ 2015