Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

χρονογραφημα

2016. Λίγες μέρες πριν το Πάσχα. Με πόση χαρά περιμέναμε αυτές τις μέρες σαν είμαστε παιδιά! Δεν ήταν η άνοιξη που αργοπερπάταγε στα όνειρά μας, δεν ήταν τα λουλούδια που μοσχομύριζαν στους αγρούς, παρά ήταν το δικό μας συναπάντημα με τα γιορτινά μας -δύσκολες εποχές τότε-ήταν που περιμέναμε το στολισμένο κερί της νονάς μας και τα καθιερωμένα μας καινούρια παπούτσια.
Στα χωριά μας, που το μεροκάματο δεν υπήρχε στους γονείς μας- κτηνοτρόφοι και γεωργοί οι περισσότεροι-τα χρήματα έρχονταν σπίτι μας από την πώληση των ζώων και των σιτηρών και αυτό έκανε την αξία του χρήματος μεγαλύτερη.
Πασχαλόγιορτα λοιπόν, εποχή του οβελία μπορούσαμε και εμείς σαν παιδιά να αγοράσουμε καινούρια ρούχα και παπούτσια, αφού είχαμε πουλήσει τα αρνιά και τα κατσίκια μας, τα μόνα μας σχεδόν έσοδα της χρονιάς.
Αναπολώ και στοχάζομαι καμιά φορά εκείνες τις εποχές και με πιάνει το παράπονο. Έρχονταν και οι συγγενείς Αθηναίοι για να γιορτάσουν Πάσχα στο χωριό και με τα αποφόρια τους, η λίγες καραμέλες, έκαμαν τις μέρες μας διαφορετικές.
Έτσι εκτιμούσαμε και την αξία της καινούριας μας φορεσιάς και τα καλούδια που έμπαιναν στα σπίτια μας.
Όμορφες εποχές αν και φτωχικές, αλλά που να μας νοιάξει εμάς, μήπως είχαμε ποτέ περισσότερα; Μήπως ο γείτονάς μας ήταν σε καλύτερη μοίρα από  μας; Και οι άνθρωποι τότε είμαστε αλλιώτικοι. Δεν μας είχε παρασύρει η δίνη Του πλουραλισμού και του υπερκαταναλωτισμού.  Μοιράζαμε τα υπάρχοντά μας έτσι που η ανέχεια και οι στερήσεις ήταν κοινές.
Τι τα θέλω και τα θυμάμαι αυτά θα σκεφτείτε;
Πώς να τα ρίξω στη λήθη, όταν κάναμε αγώνα να μορφωθούμε για να ζήσουμε ένα καλύτερο αύριο και σήμερα 2016, αντί να απολαμβάνουμε τους κόπους μας και να περνάμε ήρεμα, απολαμβάνοντας την ζωή, ότι μας ξημέρωσε είναι μια υποθηκευμένη και αβέβαιη ζωή. Κάναμε αγώνες και κατακτήσαμε ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς, αξιοπρέπεια για τον ιδρώτα μας και το αποτέλεσμα ποιο;
Ένα δώρο των Χριστουγέννων, του Πάσχα και του καλοκαιριού, τα μοναδικά μας έξτρα λεφτά να κάνουμε δυο δώρα στα εγγόνια μας και στα βαφτιστήρια μας, εξανεμίστηκαν και χάθηκαν μια για πάντα. Δώρα γιορτών τα ονόμαζαν, λες και δεν τα κατακτήσαμε, ή δεν ήταν δικές μας κρατήσεις και κατ επέκταση στερήσεις. Πόσες θυσίες και πόσος ιδρώτας κρυβόταν σε αυτά που ονόμαζαν δώρα, αλλά στην ουσία ήταν κομμάτι από το μεροκάματό μας; Προνόμια που αποκτήσαμε με αγώνες ετών, έτσι ξαφνικά και σε μια νύχτα χάθηκαν, χωρίς να έχουμε καν το περιθώριο να αντιδράσουμε. Βλέπεις οι μισθοί και οι συντάξεις είναι το σίγουρο έσοδο του κράτους.
Και να ήτανε μόνο αυτό άστο θα λέγαμε δεν βαριέσαι, για την πατρίδα μας το κάνουμε. Να οι απολύσεις, να το κουτσούρεμα των μισθών και των συντάξεων και Θεός ξέρει ακόμα τι μας περιμένει. Για ποιο Πάσχα και δώρα να μιλήσεις σήμερα στα παιδιά, όταν βλέπουν τον γονιό τους άνεργο, ή τη σύνταξη του παππού να μην φτάνει ούτε για τα φάρμακά του;
Και  το πιο εξευτελιστικό και οξύμωρο είναι, να ακούς στα  μέσα ότι ο ορυκτός πλούτος της πατρίδας μας είναι άφθονος. Να μιλάνε για χρυσό, για μάρμαρα και άλλα μέταλλα, την ίδια στιγμή που η χρεοκοπία απλά δεν είναι επίσημα πιστοποιημένη. 

Σημασία για τους κρατούντες έχει, το ότι εμείς με σκυμμένο το κεφάλι περιμένουμε την καταστροφή, σαν πρόβατα επί σφαγή.  

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

κσλσ Χριστουγεννα

                               ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Σκέπασε τα πόδια της με την μάλλινη κουβέρτα και μέριασε την κουνιστή πολυθρόνα,  δίπλα στο παραγώνι.
Γιορτινή η σάλα, του μεγάλου πετρόχτιστου σπιτιού και η θαλπωρή από το τζάκι, που έκαιγαν τα κούτσουρα, έφτιαχναν εικόνα, από το παλιό μας παραμύθι.
Περασμένα μεσάνυχτα, η ζωή της κυρίας Άννας, αράδιαζε στα χρόνια της όλες τις εμπειρίες και τη γλυκιά γοητεία, της τέχνης των γηρατειών. Περήφανη, αρχόντισσα σωστή, έρανε με εορταστικό άρωμα το σπίτι, αν και ήξερε ότι φέτος, θάταν ολομόναχη τις γιορτές.
Είχε η ίδια επιμεληθεί, για τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα, που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι, τυλιγμένα, σε κόκκινο σελοφάν.
Οι γιορτές, παιδιά μου, έλεγε στα γειτονόπουλα που της κράταγαν συντροφιά, πάντα επισκέπτονται το σπιτικό σου και πρέπει να τις φιλέψεις, ένα γλυκό.
 Μόνος δεν είναι ο άνθρωπος που δεν έχει παρέα, μα αυτός, που δεν τον θέλει κανείς, για παρέα.
 Σοφές κουβέντες ξεστόμιζε, η γιαγιά πια, και ορμήνευε τα παιδιά, με κείνη τη γλυκύτητα στα μάτια και εκείνα κατάχαμα, γύρω-γύρω στα πόδια της, άρμεγαν τις ιστορίες της και καμιά φορά τάπαιρνε ο ύπνος, στο πάτωμα.
Παραμονή Χριστουγέννων απόψε και πώς φαινόταν με την πρώτη ματιά που έριχνες στο σπίτι της; Είχε καλοχτενίσει, τον κάτασπρο κότσο της και έβαλε και την καινούρια της ζακέτα. Η εγγονή της την έστειλε από την Αθήνα, με λεφτά από τον πρώτο της μισθό. Κοτζάμ γιατρός, έγινε η Αννούλα μας! Και πόσο το καμάρωνε!!!
Ακούμπησε το κεφάλι της πίσω και έκλεισε για λίγο τα μάτια της. Ήθελε απόψε να πάρει το δρόμο της προς τα πίσω και ναπαντήσει, εκείνη τη μακρινή παραμονή της Μεγάλης Γέννησης.

Τόστρωσε για τα καλά έξω. Ένα γόνα χιόνι, έριξε τη νύχτα! Τα ζωντανά, ήταν κλεισμένα στα χειμαδιά. Ποιος να ξεμυτίσει, με τούτον τον καιρό;
Χριστουγεννιάτικος καιρός, παιδιά μου, έλεγε ο παπά-δάσκαλος, σαν του παραπονιόσανται ότι κρύωναν, τα σχολιαρούδια του. Σάμπως είχανε τα καλοριφέρ; Μια ξυλόσομπα και εκείνη κάπνιζε του καλού καιρού, κάθε που έβανε βοριά. Όσο για ξύλα; Τα κουβαλάγανε, κάθε πρωί, από τα σπίτια τους. Αντί για τσάντα, παίρνανε ένα κουτσουράκι από το σπίτι, να ζεσταθούνε στο σχολείο.
Σε δυο μέρες κλείνουμε, για τις γιορτές. Εξάλλου βουνίσιοι είμαστε. Μην το ξεχνάτε και τον αντέχουμε το χιονιά. Είχανε ζεστά πανωφόρια, από γίδινο μαλλί, αλλά τα παπούτσια τους, φτιαγμένα από δέρμα γουρουνιών, όλο και γίνονταν μούσκεμα.
Έτσι κύλαγε ο χειμώνας, έτσι ταλαιπωρούσαν την ανάγνωση και τη γραφή, όσο για τη φυσική, τη μάθαιναν από τα πειράματα της φύσης.
Γέρος πια και ο παπά-δάσκαλος, άλλωστε, ποιος θα πήγαινε σε κείνο το χωριό, που δεν το βρήκαν ούτε οι Γερμανοί, την κατοχή; Φιλάσθενος καθώς ήταν, με το πέσιμό του στο κρεβάτι, έκαναν και ένα μήνα να ψάξουν την πλάκα τους.
Πού τετράδια και μολύβια; Μεταπολεμική εποχή ήταν. Μια πλάκα και ένα κοντύλι, ήταν αρκετά για σύνεργα, στη μαθησιακή τους αναζήτηση.
Τέτοιες μέρες σαν γύριζαν σπίτια τους, ξεροστάλιαζαν γύρω από την ποδιά της μάνας, τρυγώντας με τα μάτια τους τα καλούδια των ημερών. Κουραμπιέδες, λουκουμάδες με φρέσκο πετιμέζι, μουσταλευριά και καρύδια σουτζούκι.
Έβρισκε, λέτε, άκρη για καλούδια, η  κυρία Άννα, μιας και τα δικά της καλούδια- ζωή νάχουνε- ήταν δεκατρία;  Μια θράκα παιδιά, έλεγε και καμάρωνε το βιός της.
Με τούτο το βιός, χόρταινε σαν βράδιαζε, τα μουδιασμένα της από την κούραση χέρια. 
Είχε σουρουπώσει για τα καλά, σαν άκουσε τους ρεζέδες της ξυλόπορτας, να τρίζουν.
Γυναίκα, σας φέρνω μουσαφίρη. Πάντα γλυκιά και ήρεμη η φωνή του κυρ- Δημήτρη, που έφτανε κάθε βράδυ στο σπίτι, σφυρίζοντας.
Μικρόσωμος, κουρελής και ταλαίπωρος, ο μουσαφίρης.
Τίποτε δεν ρώτησε παρά συμπλήρωσε τα  πιάτα στο τραπέζι και τάκανε, δεκαοκτώ.[Είχανε βλέπεις και τα πεθερικά της, στο σπίτι τους]
Ο Γιώργης, γυναίκα, θα μείνει στο σπίτι μας. Θα γίνει οικογένειά μας. Μαγκούφης, ο κακομοίρης και ολομόναχος, τι θα μας κοστίσει; Ένα πιάτο φαΐ;
Ήταν βλέπετε, μικρή η φαμίλια του και ήθελε να την αυγατίσει και με το Γιώργη!!!!
Και έγινε ο Κοντόγιωργας, έτσι τον βάφτισαν τα παιδιά, άνθρωπος της οικογένειας. Και έμεινε μαζί τους μέχρι την τελευταία, της ζωής του ώρα.
Ήταν ένα βράδυ, σαν απόψε. Ακριβώς την παραμονή των Χριστουγέννων, του έτους… τι σημασία αλήθεια, έχει το έτος;
Τούτες οι σκέψεις στρογγυλοκάθισαν απόψε, στο άδειο, Χριστουγεννιάτικο σπιτικό της. Ποτέ δεν παραπονέθηκε και για τίποτα, η άγια τούτη γερόντισσα, μα ξημέρωνε και βράδιαζε, όλη της τη ζήση, με ένα: Νάχετε την Ευχή μου. Μοίραζε απλόχερα ευχές και ήταν τόσο από καρδιάς, που κάθε φορά και με κάθε ευχή που σκόρπιζε, φωτιζόταν το πρόσωπό της.
Το κουδούνισμα του τηλεφώνου, τη συμμάζεψε από το ξεστράτισμα, στο χρόνο.
« Χρόνια Πολλά, γιαγιάκα ». Ήταν ο Δημητράκης, ο εγγονός της, ορφανό από τη Γκάνα, που υιοθέτησε, ο γιος της ο Γιάννης. Και τόλεγε, τούτο το γιαγιάκα, με μια γλύκα! Με το γιαγιάκα του Δημητράκη, ανάδευε τόσα όνειρα και ζέσταινε τόσες ελπίδες!!!
« Χρόνια Πολλά Μάνα Καλά Χριστούγεννα. Σε λίγο πετάμε. Αύριο θάμαστε εκεί Μόνη θαρρείς, θάκανες γιορτές, μετά από δεκατρία παιδιά; Θα γνωρίσεις και το Δημητράκη μου, Μάνα.».
Έκλεισε το τηλέφωνο και δακρυσμένη, ανακάτεψε, λίγο, τη θράκα.
Το σόι πάει βασίλειο!!
Νάχεται την ευχή μου!!!

Χρόνια πολλά, καλά Χριστούγεννα Γιάννη μου!!!! 

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Άσπονδοι φίλοι…

http://www.filodimos.gr/data/index.php/all-issues/-modid129-group1-/2011-05-02-21-47-06-sp-1328213496/53884-%CE%AC%CF%83%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%B9-%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CE%B9%E2%80%A6-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%AD%CE%BC%CE%BF%CF%85

Άσπονδοι φίλοι…-της Βούλας Μέμου

Γράφτηκε από τον/την Φιλόδημος στις . Κατηγορία Ενδιαφέροντα άρθρα
Έπρεπε να ακουστεί από τρίχορδο, ο παιάνας, η μοναδική εκείνη μυσταγωγία. Δόθηκε η παράσταση σε κενό χρόνο για να μην αναγνωρίσουν τα σημάδια της εγκατάλειψης.
Ήταν όμοια, ή μάλλον παρόμοια η νύχτα των θρόνων και στρογγυλοκάθησε σένα παραλήρημα ή παραμιλητό επαναλαμβανόμενης και κοινότυπης λέξης. «πόνος». Η αξιολόγηση έγινε την ψύχραιμη στιγμή, έτσι, μόνο και μόνο για να επιβεβαιωθεί η ρήση περί υποσυνειδήτου, αναμασημένης και καλοστημένης δισύλλαβης απέλπιδας κατάστασης.
Υπαγορεύτηκαν οι όροι στον μεγάλο υποβολέα της στιγμής και έπεσαν επιτέλους οι μάσκες που έπεφταν αλλόφρονες και τάραζαν ακόμα και τα πιο σώφρονα μυαλά.
Ετοίμασε το κόκκινο βαλιτσάκι μόνο με τα απαραίτητα και τράβηξε ίσα στο στήσιμο της παράστασης, με μοναδικό της τραγικής απολυταρχίας. Εκείνη διάβαζε χρόνια το σενάριο-ήθελε κάποτε να γίνει σκηνοθέτης- μόνο και μόνο για να στήσει τούτη την αλλιώτικη σκηνή.
Ήθελε νανοίξει όλους τους λογαριασμούς της και να κάμει για πρώτη φορά το προσωπικό της ταμείο. Το χρώσταγε στη συνέπεια που χρόνια της υπαγόρευε το «κοσμώ» αγλάισμα πράξη σπουδαία και τελεία.
Ήταν δική της, ή μάλλον και δική της υπόθεση να βγάλει κραυγές διαμαρτυρίας, όχι τόσο για την αδικία που γίνεται στο λαό της, αλλά γιατί βαρέθηκε να παίζουν μπιλιάρδο στους ώμους ενός ολόκληρου λαού και κανένας να μην επαναστατεί.
«Είναι φορές που η επανάσταση είναι η μόνη διέξοδος, που φέρνει αποτελέσματα εκεί που δεν «πίπτει λόγος».
Οι ίδιοι που κάποτε μίλαγαν για την Αρεία φυλή  και ξεκλήρισαν λαούς και λαούς, ακολουθώντας έναν παράφρονα μιλάνε σήμερα τόσο απαξιωτικά  για μια Ελλάδα που στέναξε στα χέρια τους, για χρόνια ολόκληρα.
Οι Έλληνες… λένε οι φίλοι μας οι Γερμανοί… δεν κατάγονται από Έλληνες.
Αυτό προσπάθησαν να καταφέρουν με τα ολοκαυτώματα της κατοχής και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.  Θέλησαν να μην μείνει κανένας από μια φυλή που δεν σηκώνει ζυγό στο σβέρκο της.
Και τώρα με βάναυσο τρόπο αντιμετωπίζουν μια χώρα στην οποία χρωστάνε τόσα για τις θηριωδίες τους, μόνο που κανένας δεν είχε και δεν έχει το ανάστημα να τα διεκδικήσει.
Βέβαια το αίμα, οι μαυροφορεμένες γυναίκες και μανάδες δεν πληρώνονται με λεφτά. Κανένας δεν θα γυρίσει πίσω με τις αποζημιώσεις, αλλά όχι να μας ζητάνε και τα ρέστα.
Να πάμε στο διεθνές νομισματικό ταμείο λένε, να βγούμε από την Ευρωζώνη μέχρι να ορθοποδήσουμε προτείνουν… Ποιοι; Οι φίλοι μας οι Γερμανοί και για αλληλεγγύη Ευρωπαϊκή ούτε λόγος.
Και άντε και βγήκαμε εμείς … θα βγούμε και οι Ισπανοί και όποιοι άλλοι έχουν πρόβλημα; Και η Ευρωπαϊκή ένωση; Πάει περίπατο;
Θα μου πεις τι να κάνουμε εμείς οι μικροί; Και που φωνάζουμε ποιος μας ακούει;
Μπορούμε σιωπηλά να κάνουμε την επανάστασή μας απέναντι στα γερμανικά προϊόντα και να τα αγνοήσουμε.
Μπορούμε άμα το θελήσουμε, νακουστεί η φωνή  μας σε όλη την Ευρώπη  και να διεκδικήσουμε το δίκιο μας.
Ας κάνει ο καθένας από μας, έναν σιωπηλό και αναίμακτο πόλεμο έτσι για το πληγωμένο μας φιλότιμο.
Ας γίνει εθνική μας συνείδηση αυτό και τότε τα ξαναλέμε με την Κυρία ανένδοτη.»
Όλα τούτα και άλλα τόσα σύνταξε και τα έστειλε σε εφημερίδες ανά την Ελλάδα, έτσι μπας και αφυπνίσει συνειδήσεις και γίνει επιτέλους κάτι από τον ίδιο το λαό.
Ήταν βλέπεις το αίμα, που φώναζε στην ψυχή της…μιάς και ο τόπος της, τα Μαρτυρικά Καλάβρυτα…  πλήρωσαν βαρύ φόρο με χίλιες τριακόσιες ψυχές στους άσπονδους…. πιά φίλους μας…. τους Γερμανούς.

Ματαιόδοξα σχέδια

http://www.filodimos.gr/data/index.php/all-issues/-modid129-group1-/2011-05-02-21-47-06-sp-1328213496/54440-%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%B1-%CF%83%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%AD%CE%BC%CE%BF%CF%85


Ενδιαφέροντα άρθρα

Ματαιόδοξα σχέδια - της Βούλας Μέμου

Γράφτηκε από τον/την Φιλόδημος στις . Κατηγορία Ενδιαφέροντα άρθρα
Οχτακόσια ευρώ και μόνο για προκαταβολή κόστισε στο γιό της, η επιμονή της Κυρά-Δέσποινας. Και να έπιαναν τόπο καλά θα ήταν. Το είχε βάλει σκοπό της και δεν παραιτιόταν με τίποτα. Μάταια προσπαθούσαν να την μεταπείσουν.
Κάθε άνθρωπος φροντίζει για το Σπίτι του, έλεγε και βούρκωναν τα μάτια της. Νοικοκύρης και καλός οικογενειάρχης ο μακαρίτης ο πατέρας σας, αλλά η καλή του η καρδιά τον έκαμε και πήγε σε ξένα οικόπεδα. Και εγώ; Τι θα γίνω εγώ;
Μεγάλη γυναίκα είμαι, να τα αφήσω όλα στην τύχη τους;
Πάτησα τα ογδόντα και τα πέρασα και ακόμα τίποτα. Πάτε ερχόσαστε στο Δήμο με αιτήσεις και η απάντηση πάντα η ίδια. Δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε το αίτημά σας. Υπάρχει στενότης.
Βλέπετε τον δικό μας τον έδωσε ο μακαρίτης σαν έφυγε ο θείος ο Κώστας και άντε τρεχάλες εμείς σαν συγχωρέθηκε και εκείνος. Θέλετε να πάθω τα ίδια;
Είχε καημό βαρύ η γερόντισσα, ανασασμό δεν έπαιρνε κάθε που ξημέρωνε από τους αναστεναγμούς, λες και ήρθε η ώρα της.
Το είπε και το ξαναείπε. Πώς να την αγνοήσεις όταν το καθημερινό της παραμιλητό, αλλά και οι επίμονες ερωτήσεις της γειτόνισσας σφύριζαν σταυτιά της;
Ακόμα κυρά- Δέσποινα δεν κάνατε τίποτα; Ο γιός σου στα μέσα και στα έξω είναι και κόρη στο δήμο έχεις; Άμα δεν μπορείς να κάμεις κάτι  εσύ, τι να πούμε εμείς οι άλλοι;
Έναν τάφο ζήταγε η φουκαριάρα για το αύριο, μιας και η μόδα το επιτάσσει. Είναι προσβολή λέει, να μην έχεις τον δικό σου τάφο. Να τον φτιάξεις όπως σου αρέσει και να είναι έτοιμος. Λες και άμα έρθει η ώρα κάποιου θα μείνει άταφος. Μα στο μικρό χωριό της, όλοι το έχουν φροντίσει. 
Γράφουνε και το όνομά τους: Οικογενειακός τάφος Δημητρίου Αλεξίου. Και καμαρωτός κατεβαίνει ο κυρ-Μήτσος στο καφενείο σαν τελειώσει το μνήμα του. Και να και τα ευτράπελα.
Λέμε: Οικογενειακός τάφος και κανονικά σημαίνει ότι όλη η οικογένεια είναι θαμμένη εκεί. Αμ έλα που ο Κυρ- Μήτσος είναι ζωντανός και κυκλοφορεί ανάμεσά μας.
Όμως έχει το μνήμα του, μόνο που δεν ανάβει καντήλι και είναι κενός. Άντε νάρθει κανένας συγγενής που λείπει χρόνια και να τον δει νύχτα. Λαχτάρα που έχει να πάρει. Φάντασμα ο Κυρ- Μήτσος.
Η ματαιοδοξία σε όλο της το μεγαλείο. Αφού ζητήσαμε να κατακτήσουμε όλα τα υλικά αγαθά, τι στην ευχή να μην ετοιμάσουμε και τον τάφο μας και μάλιστα όπως τον θέλουμε; Να είναι και σε καλό σημείο και όχι μακριά από την είσοδο, να το βλέπει και κανένας άνθρωπος.
Αυτά λέγανε κάθε που βράδιαζε και οι γειτόνισσες και πού να ησυχάσει η Κυρά- Δέσποινα. Καημό και μαράζι το είχε.
Από τα πολλά παρακάλια άντε και κάτι γνωστοί στο δήμο δώσανε και σε κείνη έναν τάφο. Τον είχαν φάει οι δρόμοι το γιό της πήγαινε έλα στο δήμο.
Και πήρανε το χώρο και να το αίτημα της χωριάτικης κοινωνίας δια στόματος της Κυρα- Δέσποινας.
Πρέπει να τον φτιάξουμε.
Αδυναμία στη μάνα του ο γιος της, να μην την βλέπει να στεναχωριέται, βρήκε τον άνθρωπο να βάλει τα μάρμαρα.
Σκόνταψαν στο τι θα γράφει ο Σταυρός.
Οικογενειακός τάφος τι;
Θα το σκεφτούμε, είπε στο μάστορα, μέχρι να τον τελειώσεις.
Έδωσε οχτακόσια ευρώ προκαταβολή και τα άλλα μόλις τελειώσει.
Ένα δεν του διευκρίνισε. Μόλις τελειώσει ποιος; Ο τάφος ή η Κυρά–Δέσποινα;
 

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

Το δίλημμα


Το δίλημμα-της Βούλας Μέμου

«Δεν είναι που δεν ξέρω ποιος έφτιαξε το βράχο που λέμε ζωή…

Μα που δεν ξέρω, τι κρύβουν τα σπλάχνα του, τι κρύβει ο όγκος του, να σκεφτώ επιτέλους σαν… άνθρωπος, ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΕΝΝΉΣΩ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ…»

 

http://www.filodimos.gr/data/index.php/all-issues/-modid129-group1-/2011-05-02-21-47-06-sp-1328213496/53560-%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CE%AF%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%AD%CE%BC%CE%BF%CF%85

    Πάνε χρόνια που διάβασα αυτούς τους στίχους σε μια ποιητική συλλογή και δεν κατάφερα να τους εξηγήσω και να δαμάσω την περιέργειά μου, σε ποια νερά βούτηξε ο ποιητής και στρίμωξε τούτες τις ρήσεις.
    Τράβαγα σαν όλους τους άλλους τα μονοπάτια της ζωής και πάλευα για την επιβίωση, την συμβίωση, την ανέχεια, την αναίδεια, την ευκαιρία, την  αλλοτρίωση, την απαξίωση… και όλα τα εις -άξια, η αντάξια, η επάξια, η ανάξια, ίσαμε να καλημερίσω τα  πενηνταρίσματα και να αποκρυπτογραφήσω γραφές παλιές αλλά πάντα και περισσότερο από πάντα τώρα επίκαιρες.
    Πού να το χωρέσει το μυαλουδάκι  μου τότε, όλο τούτο το νόημα; Μου φάνταζε σαν κινέζικη γραφή, μα έφτασε η στιγμή να το αναλογίζονται και να το συλλογίζονται, όλα τα σημερινά παιδιά.
    Και εμείς σαν γονείς να πούμε τι, να απαντήσουμε τι για την κατάντια που φέραμε τούτο τον ευλογημένο τόπο, που είναι άλλος από την πατρίδα μας;
    Για ποια παιδιά να ονειρευτούν τα παιδιά μας, όταν φροντίσαμε επιμελώς, οι επόμενες γενιές να είναι  κατευθείαν, γενιές φτωχών;
    Η αλήθεια είναι πώς παλέψαμε πολύ γιαυτό και με χίλιους τρόπους τα καταφέραμε. Φροντίζαμε να βάζουμε στα μεγαλύτερα αξιώματα, μικρούς ανθρώπους μιας και σήμερα στη δεινή θέση που βρισκόμαστε, έριξαν τις μάσκες και μας πέταξαν  κατάμουτρα πόσο ανθρωπάκια είναι…και πόσο λάθος κρίση είχαμε.  «Αχ πόσο αδικώ τα ανθρωπάκια…. Αυτά είναι ανίκανα να σκεφτούν τέτοιες μηχανορραφίες.»
    Καλλιέργησαν και ανέχτηκαν στην ζωή μας το πλαστικό χρήμα, μας πλάσαραν την εύκολη ζωή χωρίς μετρητά και μάλιστα μας έκαναν και πλύσεις εγκεφάλου με τις τηλεοπτικές καμπάνιες… τράβα διακοπές με δάνεια, γιόρτασε τα Χριστούγεννα με δάνεια, πάρε το καλύτερο αυτοκίνητο και ας  μην  αντέχει η τσέπη σου, σπούδασε το παιδί σου άνεργο – το άνεργο μας το φύλαξαν για το τέλος- με ξένα λεφτά και εμείς σαν χαϊβάνια το φάγαμε το παραμύθι. Και τώρα;
    Τώρα πού οδηγεί αυτός ο κατήφορος που πήραμε; Πόσο ακόμα πάτο έχει ο πάτος;
    Τώρα μάταια τους ικετεύουμε και κρεμάσαμε τις τύχες των παιδιών μας σαν ύστατη παράκληση, να γίνουμε όλοι σαν μια μπουνιά και να περάσουμε τον σκόπελο, μπας και δούμε κάπου στο βάθος του ορίζοντα ελπίδα. Και τι μας απάντησαν;
    Σκοτώνονται για να κάνουν εντύπωση ποιος έφαγε τα περισσότερα και σε λίγο έτσι που το πάνε θα φτάσουν στον Κολοκοτρώνη και το Διάκο ότι φταίνε που δεν μας άφησαν υπόδουλους, να μην έχουμε τώρα σκοτούρες εμείς.
    Άραγε σε τούτο τον δύσμοιρο τόπο θα λογοδοτήσει κανείς; Θα έχει το αντριλίκι να παραδεχτεί ότι ήταν λίγος για να μας κυβερνήσει και τελικά θα πάει κανείς στη φυλακή έτσι για παραδειγματισμό;
    Εγώ που είμαι αισιόδοξη θα πω … μπαααα. Ο ώμος μας να είναι γερός, ναντέξει τα βάρη και ας σκεφτούμε καλά ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΕΝΝΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ...


http://www.filodimos.gr/data/index.php/all-issues/-modid129-group1-/2011-05-02-21-47-06-sp-1328213496/53560-%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CE%AF%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%AD%CE%BC%CE%BF%CF%85

Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

Και ύστερα λέμε… κοινωνική μέριμνα-της Βούλας Μέμου

http://www.filodimos.gr/data/index.php/all-issues/-modid129-group1-/2011-05-02-21-47-06-sp-1328213496/53130-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B1-%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%B5%E2%80%A6-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BD%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%AD%CE%BC%CE%BF%CF%85
Γράφτηκε από τον/την Βούλα Μέμου στις . Κατηγορία Ενδιαφέροντα άρθρα
Άγγιγμα ψυχής ήχησαν σταυτιά μας τα σοφά λόγια της γερόντισσας. Ακούσματα σπουδασμένων, ανατάραξαν το είναι μας και βαλθήκαμε να στοχεύσουμε  στο απόλυτο, τα ρητορικά της λόγια. Λόγια ανθρώπου που δεν αφουγκράζεται το σήμερα ρηχά και ανούσια, μα πλάθει σοφές γραφές και πλανεύει τις άναρθρες διαμαρτυρίες μας, λέγοντάς τις άπνοες πνοές και άλογες ρήσεις σαστίζοντας μας με την διαύγεια των ογδόντα τόσων χρόνων της.
Σκυφτή κοιτάζοντας το πάτωμα του ξεσπιτωμένου της παραδείσου, με την βοήθεια ενός πι, δείγμα φορτισμένης ζωής και ταλαιπωρημένης υπόστασης, μετράει το χρόνο και ανατρέπει τους αριθμούς με καρτερία και φλογοβόλο ματιά.
Κρητικιά μάνα, περήφανη, σύμβολο ζωής και ανεξάρτητης σκέψης, δέχτηκε να μετακομίσει στου γαμπρού της το σπίτι, δυο σοκάκια πιο κάτω από το δικό της, αγνοώντας τα χωριάτικα σχόλια, ίσα-ίσα για να κάνει διατριβή την θεωρία της για την αιώνια περηφάνια που τράβαγε στα ογδόντα  τόσα της χρόνια.
Κάλιο στην κάτω γειτονιά και ανεξάρτητη, παρά στο σπιτικό της που τα σκαλοπάτια δεν την βόλευαν, να ζητιανεύει τον οίκτο των άλλων, η να κρέμεται από τα παιδιά της.
Ποιος δεν θα ζήλευε το κουράγιο της και την περηφάνια της;
Την συναντήσαμε απομεσήμερο, ντάλα ο ήλιος, καθισμένη στην καρέκλα δίπλα στο τραπέζι του καθιστικού. Ασπροκέντι, δικό της τωρινό έργο, το λινό τραπεζομάντιλο σε μια κάμαρα γεμάτη ομορφιά, γραμμένη με ανεξίτηλη Κρητικιά λεβεντιά, της μάνας, που λυγίζω τα γόνατα, δεν γράφτηκε ποτέ στο λεξιλόγιό της.
Άστραφτε η ματιά της, αετίσια θωριά, καλοσυνάτη και Θεέ μου αυτό το χαμόγελο, αφόπλιζε και τις πιο απαισιόδοξες σκέψεις.
Άνοιξε το σπιτικό της και η φιλοξενία που ήταν η κουλτούρα αυτού του λαού, γράφτηκε σαν ορισμός στην συνάντησή μας και καταστρώσαμε σχέδια να αρμέξουμε τις σπουδές της και να τις κάνουμε αυριανά μας μονοπάτια, μιας και η πείρα γράφει του χρόνου τα σκαλίσματα.
Μας έψησε καφέ και κάθισε σιμά μας  με κείνο το περίσσιο  χαμόγελο, αφήνοντας να κουρσέψουμε τα εσώψυχά της.
Σε ποια εσώψυχα άραγε να θελήσουμε να εισβάλουμε, όταν ένας δικός της κόσμος ήταν ριγμένος στα πόδια μας και καταμαρτυρούσε αξίες που τα τεφτέρια μας δεν ανέφεραν ποτέ και στις σπουδές μας δεν ανακαλύψαμε μέχρι τώρα;
Στοίβα δίπλα της οι εφημερίδες, τοπικές και μη, έκαναν την παρουσία της στο κοινωνικό γίγνεστε αισθητή και μάλιστα με καθάρια σκέψη, γνώση και άποψη που δεν καταμαρτυρούσαν τα χρόνια που κουβάλαγε πάνω της.
Ενεργός πολίτης η γιαγιά, παρότι η καθήλωσή της σε λίγα τετραγωνικά ήταν η μόνη της επιλογή, συμμετείχε στα κοινωνικά πράγματα, έστω και μόνο με την απόλυτη γνώση, που της διαμόρφωνε μια γνώμη καθόλου αισιόδοξη.
Άρχισε την κουβέντα της ζητώντας να μάθει τα νέα από την Αθήνα, χωρίς να κρύψει την αγωνία της για το αύριο;
Μια συνταξούλα όλη κι όλη και μάλιστα τα παιδιά της τράβαγαν τα πολλά έξοδα. Απορούσε πως βρέθηκαν τόσα λεφτά να στηριχτούν οι τράπεζες, τη στιγμή που όλοι κλαίγονται ότι λεφτά δεν υπάρχουν για μια αξιοπρεπή σύνταξη;
Το σκεφτόταν και το ξανασκεφτόταν και γελώντας το έλεγε σαν να ειρωνευόταν η ίδια τα γεράματα, που σαν σε βρούνε, παίρνεις αδιαμαρτύρητα το ξεροκόμματο που σου πετάνε και ας σε ξεζουμίσανε μια ζωή με φόρους, κρατήσεις και κόντρα κρατήσεις.
Είδαμε τη γερόντισσα προβληματισμένη τώρα στα ογδόντα και βάλε χρόνια της, αυτή που δεν λογάριασε την Κατοχή, που ανάθρεψε και σπούδασε παιδιά με βάσανα και με το μεροκάματο, να λυγίζει τώρα.
Ένα κομποδεματάκι έχω για το Ταξίδι μου, να μην φορτώσω τα παιδιά μου, έλεγε, και να κινδυνέψω να το χάσω;
Καλά δεν μου δίνουν μια στάλα αξιοπρέπεια με μια καλή σύνταξη, μα και τούτα που μάζεψα με τόσο κόπο να τα χάσω;
Τόλεγε και το ξανάλεγε αλλά με σαρκασμό και γελώντας, θέλοντας να παραδώσει μαθήματα σε μας που δεν μπαίνουμε ποτέ στον κόπο να υψώσουμε το ανάστημά μας στους Κραταιούς για το αυτονόητο χρέος προς τους γονείς μας.
Κανείς δεν θα ασχοληθεί με τις αγωνίες της γερόντισσας, ούτε κανείς θα την καθησυχάσει. Στη μεγάλη σκακιέρα, οι απόμαχοι της ζωής, δεν έχουν καμιά θέση.
Τα μεγάλα παιχνίδια, έχουν το καλύτερο κέρδος.
Πού χρόνος να αφουγκραστούν την αγωνία μιας γιαγιάς που περπατάει με πι;

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

Ενδιαφέροντα άρθρα στο http://www.filodimos.gr

http://www.filodimos.gr/data/index.php/all-issues/-modid129-group1-/2011-05-02-21-47-06-sp-1328213496/52847-%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B7-%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%AD%CE%BC%CE%BF%CF%85

http://www.filodimos.gr

Ένας ακόμη ονειροπόλος - της Βούλας Μέμου

Γράφτηκε από τον/την Φιλόδημος στις . Κατηγορία Ενδιαφέροντα άρθρα
Καιρό τώρα ψάχνω μια αχτίδα φωτός, μια χαραμάδα αισιοδοξίας και επιμένω να βλέπω κάπου στο βάθος του ορίζοντα χρώματα, μόνο και μόνο για να υποστηρίξω την θέση μου, που θέλει να ονειρεύεται, που θέλει να ελπίζει ότι δεν έφτασε το απροχώρητο, δεν είμαστε στο τέρμα του δρόμου αλλά υπάρχει αύριο, υπάρχει ακόμη η λεβεντιά και η ανθρωπιά αυτής της φάρας που λέγονται Έλληνες και δεν μοιάζουν με καμιά άλλη ράτσα στη γη.
Μια ράτσα που επιβουλευτήκαν λαοί και λαοί, ανά τους αιώνες, που τραυμάτισαν θανάσιμα πολλές φορές, αλλά άντεξε και αναδύθηκε από το τίποτα, δείχνοντας πολιτισμό και αξίες αναμφισβήτητες. Δεν έγινε στάχτη από κατακτητές και δεν έχασε την ταυτότητά της σε πολύχρονες σκλαβιές, παρά έγινε παράδειγμα ζωής, ελπίδας, καρτερικότητας και στο τέλος ύψωσε ανάστημα και αναμετρήθηκε, ίσαμε να αποδείξει ότι οι άνθρωποί της είναι ξεχωριστοί και ευλογημένοι.
Τούτα παλεύω να περάσω και να μην είμαι ένας από αυτούς που σπρώχνουν τον κοσμάκι στο σάλτο μορτάλε, η στις αίθουσες αναμονής των νοσοκομείων χρόνιων ψυχικών παθήσεων. Και στηρίζω τις λέξεις και αναγράφω ελπίδα και στοχάζομαι ονειρεμένα ηλιοβασιλέματα και βλέπω ομορφιές και θέλω να χαράξει η όμορφη μέρα σύντομα, μιας και είμαι εκ φύσεως άνθρωπος αισιόδοξος.
Και ενώ πασχίζω να κοιτάω την αντίπερα όχθη μόνο από την όμορφη γωνία της, από εκείνη την πλευρά που χαράζει ανθοστόλιστα γραφήματα, νάσου και το παιχνίδι στην μεγάλη σκακιέρα που μας κάνανε πιόνια, δίχως να μας ρωτήσουν και αγριεύει.
Ο πόλεμος πια είναι πόλεμος επί χάρτου, δίχως κουμπούρια και βόμβες, δίχως βαριά οπλικά συστήματα, μιας και τα πειράματα έφεραν αποτελέσματα πια και τα  συμπεράσματα είναι ασφαλή και διασταυρωμένα, ότι το ασθενές σημείο του εχθρού είναι μόνο το κεντρικό νευρικό του σύστημα.
Έτσι επικεντρώθηκαν εκεί και στοχεύουν στην μαζική καταστροφή που είναι κυριολεκτικά αναίμακτη, αλλά αφανιστική και απρόβλεπτη.
Και καλά οι έξω να παίζουν με τα νεύρα μας και να μιλάνε συνέχεια για κατάντια και αβεβαιότητα για το αύριο, εμείς μεταξύ μας γιατί αρχίσαμε ένα στόχο αλληλοεξόντωσης;
Μπήκαμε στην λογική του μεσαίωνα και ξενόφερτοι τρόποι εγκλήματος μπήκαν στις γειτονιές μας και αντί να γίνονται όλα αυτά με απόλυτη μυστικότητα, τι κάνουμε;
Αναπαράγουμε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, πολύωρα ρεπορτάζ και αφιερώνουμε εκπομπές ολάκερες , σαν να μην ξέρουμε την επίδραση του μιμητισμού.
Αναλώνουμε την ζωή μας στην καταγραφή τρόπων εγκλήματος, σπέρνοντας τον πανικό αφ ενός στους μοναχικούς ανθρώπους και αφ ετέρου στήνουμε καινούριες ιδέες για εγκλήματα. Από όποια σκοπιά και να το δεις το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο. Ο φόβος θα οδηγήσει στην κατάθλιψη και στην τρέλα από την μια και πόση διαστροφή χρειάζεται για να σκηνοθετήσεις τέτοιες ιστορίες;
Εγώ θα επιμείνω να λέω κλείστε τις τηλεοράσεις και μην μετέχετε στο μαζικό πείραμα, παρά τραβήξτε κατά την θάλασσα η μαζευτείτε παρέες σαν τον παλιό καλό καιρό, τραγουδήστε και ατενίστε τα  χρώματα της ανατολής και σίγουρα τούτη η ράτσα θα ξαναβρεί το δρόμο της.
Εμείς ξέρουμε να επιβιώνουμε...
   

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

χρονογραφημα στους ΝΕΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΕΝ ΑΙΓΙΩ





Print

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

Συντάκτης: Βούλα Μέμου.

http://www.neoikairoi.gr/data/index.php/articles/genika-arthra-keimena-genikoy-endiaferontos/796-hronografima
Σκέπασε τα πόδια της με την μάλλινη κουβέρτα και μέριασε την κουνιστή πολυθρόνα, δίπλα στο παραγώνι. 
Γιορτινή η σάλα, του μεγάλου πετρόχτιστου σπιτιού και η θαλπωρή από το τζάκι, που έκαιγαν τα κούτσουρα, έφτιαχναν εικόνα, από το παλιό μας παραμύθι.
Περασμένα μεσάνυχτα, η ζωή της κυρίας Άννας, αράδιαζε στα χρόνια της όλες τις εμπειρίες και τη γλυκιά γοητεία, της τέχνης των γηρατειών. Περήφανη, αρχόντισσα σωστή, έρανε με εορταστικό άρωμα το σπίτι, αν και ήξερε ότι φέτος, θα' ταν ολομόναχη τις γιορτές.
Είχε η ίδια επιμεληθεί, για τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα, που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι, τυλιγμένα, σε κόκκινο σελοφάν.
Οι γιορτές, παιδιά μου, έλεγε στα γειτονόπουλα που της κράταγαν συντροφιά, πάντα επισκέπτονται το σπιτικό σου και πρέπει να τις φιλέψεις, ένα γλυκό.
Μόνος δεν είναι ο άνθρωπος που δεν έχει παρέα, μα αυτός, που δεν τον θέλει κανείς, για παρέα.
Σοφές κουβέντες ξεστόμιζε, η γιαγιά πια, και ορμήνευε τα παιδιά, με κείνη τη γλυκύτητα στα μάτια και εκείνα κατάχαμα, γύρω-γύρω στα πόδια της, άρμεγαν τις ιστορίες της και καμιά φορά τα 'παιρνε ο ύπνος, στο πάτωμα.
Παραμονή Χριστουγέννων απόψε και πώς φαινόταν με την πρώτη ματιά που έριχνες στο σπίτι της; Είχε καλοχτενίσει, τον κάτασπρο κότσο της και έβαλε και την καινούρια της ζακέτα. Η εγγονή της την έστειλε από την Αθήνα, με λεφτά από τον πρώτο της μισθό. Κοτζάμ γιατρός, έγινε η Αννούλα μας! Και πόσο το καμάρωνε!!!
Ακούμπησε το κεφάλι της πίσω και έκλεισε για λίγο τα μάτια της. Ήθελε απόψε να πάρει το δρόμο της προς τα πίσω και ν' απαντήσει, εκείνη τη μακρινή παραμονή της Μεγάλης Γέννησης.

Το 'στρωσε για τα καλά έξω. Ένα γόνα χιόνι, έριξε τη νύχτα! Τα ζωντανά, ήταν κλεισμένα στα χειμαδιά. Ποιος να ξεμυτίσει, με τούτον τον καιρό;
Χριστουγεννιάτικος καιρός, παιδιά μου, έλεγε ο παπά-δάσκαλος, σαν του παραπονιόσανται ότι κρύωναν, τα σχολιαρούδια του. Σάμπως είχανε τα καλοριφέρ; Μια ξυλόσομπα και εκείνη κάπνιζε του καλού καιρού, κάθε που έβανε βοριά. Όσο για ξύλα; Τα κουβαλάγανε, κάθε πρωί, από τα σπίτια τους. Αντί για τσάντα, παίρνανε ένα κουτσουράκι από το σπίτι, να ζεσταθούνε στο σχολείο.
Σε δυο μέρες κλείνουμε, για τις γιορτές. Εξάλλου βουνίσιοι είμαστε. Μην το ξεχνάτε και τον αντέχουμε το χιονιά. Είχανε ζεστά πανωφόρια, από γίδινο μαλλί, αλλά τα παπούτσια τους, φτιαγμένα από δέρμα γουρουνιών, όλο και γίνονταν μούσκεμα.

Έτσι κύλαγε ο χειμώνας, έτσι ταλαιπωρούσαν την ανάγνωση και τη γραφή, όσο για τη φυσική, τη μάθαιναν από τα πειράματα της φύσης.
Γέρος πια και ο παπά-δάσκαλος, άλλωστε, ποιος θα πήγαινε σε κείνο το χωριό, που δεν το βρήκαν ούτε οι Γερμανοί, την κατοχή; Φιλάσθενος καθώς ήταν, με το πέσιμό του στο κρεβάτι, έκαναν και ένα μήνα να ψάξουν την πλάκα τους.
Πού τετράδια και μολύβια; Μεταπολεμική εποχή ήταν. Μια πλάκα και ένα κοντύλι, ήταν αρκετά για σύνεργα, στη μαθησιακή τους αναζήτηση.
Τέτοιες μέρες σαν γύριζαν σπίτια τους, ξεροστάλιαζαν γύρω από την ποδιά της μάνας, τρυγώντας με τα μάτια τους τα καλούδια των ημερών. Κουραμπιέδες, λουκουμάδες με φρέσκο πετιμέζι, μουσταλευριά και καρύδια σουτζούκι.
Έβρισκε, λέτε, άκρη για καλούδια, η κυρία Άννα, μιας και τα δικά της καλούδια- ζωή να 'χουνε- ήταν δεκατρία; Μια θράκα παιδιά, έλεγε και καμάρωνε το βιός της.
Με τούτο το βιός, χόρταινε σαν βράδιαζε, τα μουδιασμένα της από την κούραση χέρια.
Είχε σουρουπώσει για τα καλά, σαν άκουσε τους ρεζέδες της ξυλόπορτας, να τρίζουν.
Γυναίκα, σας φέρνω μουσαφίρη. Πάντα γλυκιά και ήρεμη η φωνή του κυρ- Δημήτρη, που έφτανε κάθε βράδυ στο σπίτι, σφυρίζοντας.
Μικρόσωμος, κουρελής και ταλαίπωρος, ο μουσαφίρης.
Τίποτε δεν ρώτησε παρά συμπλήρωσε τα πιάτα στο τραπέζι και τα 'κανε, δεκαοκτώ.[Είχανε βλέπεις και τα πεθερικά της, στο σπίτι τους]
Ο Γιώργης, γυναίκα, θα μείνει στο σπίτι μας. Θα γίνει οικογένειά μας. Μαγκούφης, ο κακομοίρης και ολομόναχος, τι θα μας κοστίσει; Ένα πιάτο φαΐ;
Ήταν βλέπετε, μικρή η φαμίλια του και ήθελε να την αυγατίσει και με το Γιώργη!!!!
Και έγινε ο Κοντόγιωργας, έτσι τον βάφτισαν τα παιδιά, άνθρωπος της οικογένειας. Και έμεινε μαζί τους μέχρι την τελευταία, της ζωής του ώρα.
Ήταν ένα βράδυ, σαν απόψε. Ακριβώς την παραμονή των Χριστουγέννων, του έτους. τι σημασία αλήθεια, έχει το έτος;
Τούτες οι σκέψεις στρογγυλοκάθισαν απόψε, στο άδειο, Χριστουγεννιάτικο σπιτικό της. Ποτέ δεν παραπονέθηκε και για τίποτα, η άγια τούτη γερόντισσα, μα ξημέρωνε και βράδιαζε, όλη της τη ζήση, με ένα: Να 'χετε την Ευχή μου. Μοίραζε απλόχερα ευχές και ήταν τόσο από καρδιάς, που κάθε φορά και με κάθε ευχή που σκόρπιζε, φωτιζόταν το πρόσωπό της.
Το κουδούνισμα του τηλεφώνου, τη συμμάζεψε από το ξεστράτισμα, στο χρόνο.
« Χρόνια Πολλά, γιαγιάκα ». Ήταν ο Δημητράκης, ο εγγονός της, ορφανό από τη Γκάνα, που υιοθέτησε, ο γιος της ο Γιάννης. Και το 'λεγε, τούτο το γιαγιάκα, με μια γλύκα! Με το γιαγιάκα του Δημητράκη, ανάδευε τόσα όνειρα και ζέσταινε τόσες ελπίδες!!!
« Χρόνια Πολλά Μάνα Καλά Χριστούγεννα. Σε λίγο πετάμε. Αύριο θα 'μαστε εκεί Μόνη θαρρείς, θα 'κανες γιορτές, μετά από δεκατρία παιδιά; Θα γνωρίσεις και το Δημητράκη μου, Μάνα.».
Έκλεισε το τηλέφωνο και δακρυσμένη, ανακάτεψε, λίγο, τη θράκα.
Το σόι πάει βασίλειο!!
Να 'χεται την ευχή μου!!!
Χρόνια πολλά, καλά Χριστούγεννα Γιάννη μου!!!!