Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ολα ειναι ...μυλος.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ολα ειναι ...μυλος.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

γραμμα στο παιδι μου!

Γραμμα στο παιδι μου!!
Αγαπητό μου παιδί

Ξεμάκρυναν οι χρόνοι μου και ώρα να ξαποστάσω. Χιόνισε στη στράτα μου και το μαρτυράνε ξεκάθαρα τα  κοντινά μου ηλιογέρματα. Μα Βασιλικέ μου, ανέγγιχτο φύτρο της ύπαρξής μου, ζωντανεύω της αλλοτινής μου νιότης την περήσια λεβεντιά, να σου καταθέσω τις παρακαταθήκες που στοχεύουν στο υπέρ – υπάρχω, η άνω- διαλέγομαι.
Στήθηκε του χρόνου το αντίστροφο μέτρημα, αναγκαίο θα πεις και θα το καταλάβω, παιδί μου. Μιας και οι χρόνοι γράφουν την τροχιά τους μια φορά για τον καθένα και την ζεις, την υπάρχεις, την Είσαι και όλα εσύ και για σένα, κοντένει το υφάδι και αρχίζεις τους παιάνες μόνο για τους αυριανούς.
Θα γεράσω και εγώ σαν κάθε τι που γεννιέται και τραβάει της γύρης την υπόσταση.
Βλαστάρι μου, Μην κρίνεις τα πόδια μου που βαριά θα ξεπροβάλλουν στη στράτα, περίμενέ με και πιάσε μου κουβέντα να μην νιώσω την ανηφόρα που δεν μπορώ να ανέβω. Θυμάσαι μια φωτογραφία που μπουσούλαγες και προσπαθούσα να σε μάθω να περπατάς; Κράταγα το χεράκι σου και σου έλεγα : «έλα.. ένα βηματάκι ακόμα ουρανέ μου». «Ένα σκαλοπατάκι ακόμα υπαρξή μου». Και άνοιξες τα φτεράκια σου ξεπεταρόνι μου και ανέβηκες τη σκάλα και έφτασες στο ψηλότερο σκαλί και με κοίταζες με τα ματάκια να λάμπουν.
            Έτσι με την ίδια υπομονή περίμενέ με στην γωνία να σε φτάσω και μην μεγαλώνεις το βήμα και μου φεύγεις. Δεν θα είναι βαριεστιμάρα μου τα βαριά μου βήματα, θα είναι το φορτίο, που με κάνει να ανασαίνω βαριά .
Μην  επιτρέπεις να κρυφογελάνε, αν στο τραπέζι με τους φίλους σου γλαρώσω και κλείσουν τα μάτια μου. Δεν θα είναι παιδί μου ένδειξη περιφρόνησης στη συζήτησή σας, αλλά θυμήσου εκείνο το μακρινό παραμύθι που σου έλεγα και κούρνιαζες στα πόδια μου αποκαμωμένο από το παιχνίδι μας. Το ίδιο παιχνίδι έπαιζα μαζί σου σαν τρύγαγα τους καρπούς σου  στα γεμάτα κελάρια της νιότης σου και κούρνιαζα στην φάτνη του βάρους των χρόνων μου, που ανελέητα μου θυμίζουν ταπότρυγα.
Μα τράβα την κουβέντα παρακάτω άμα νιώσεις ότι ξέχασα τι λέγαμε και χάθηκα στο χωροντούλαπο των καιρών. Μην βιαστείς να μιλήσεις, για αλτσχάιμερ, το ξέρω, δικό μας κατάντημα και αυτό, αλλά παιδί μου… δεν το λέμε κατάμουτρα.
Λερώθηκε το σακάκι μου αφού μια σταγόνα γλυκό κατρακύλησε από το κουτάλι. Και λοιπόν; Είναι λόγος να μου μιλήσεις για άνοια; Να με κρύψεις στο δωμάτιο των ξένων; Να πεις ότι λείπω προκειμένου να μην δούνε οι φίλοι σου, το λερωμένο μου πουκάμισο, από μια σταγόνα γλυκό; Καθάριζα τα χεράκια σου, σαν τα βούταγες μέσα στις κρέμες για να παίξεις και σε στόλιζα αρχοντόπουλο, να βγούμε στην παιδική χαρά.
Όλα αυτά θα σε φορτώσω καμάρι μου και ακόμα πάρα πολλά. Θα θέλεις πάνες μωρού παιδιού και μωρομάντιλα να με κανακέψεις, αλλά, σπουργιτάκι μου, ποιος λαχτάρησε το όνειρο μετά από μένα;
Ποιος σε φίλαγε στο κορμάκι σου και μοσχοβόλαγες σαν λεβάντα;
Ποιος στέριωσε στα πούπουλα, το αγγιγμά σου;
Δεν σπούδασα γονιός για να σε φτάσω ψηλά. Δεν διάβασα σπάνιες περγαμηνές, για να σου στήσω μαρμάρινες κρήνες.
Έβαλα τους θυρεούς της σοφίας του γονιού και λάξεψα τα μονοπάτια που γέμισαν ανθοπέταλα.
Δεν έχω προίκα πια να μοιράσω , δεν έχω πόδια νανεβούνε τα υψώματα, δεν έχω μυαλό νακολουθήσει τους ειρμούς σου, μα έχω την πείρα, να σου στρώσω τα μελλούμενα.
Έμαθα τα ωραιότερα παραμύθια, για να γίνω καλή γιαγιά. Διάβασα ιστορίες με χρώματα. Πολλά χρώματα να σου κρατάω συντροφιά.
Ξέρω, θησαυρέ μου, έχεις πολλά να περάσεις στα  γεράματά μου. Δυσβάσταχτο φορτίο μα θυμήσου την σοφία.
Κράτα μου το χέρι που θα τρέμει από τα χρόνια, χτένισε μου τα μαλλιά και βρες μια γωνίτσα να σου σιγοτραγουδάω.

Έτσι θα δεις ότι υπάρχει σχολείο τελικά για να γίνεις και εσύ κάποια μέρα καλή μάνα και καλή γιαγια.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

ΙΔΕ..Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ....


Ι
μάτιο παράτολμων αντιλήψεων, τον ονομάτιζαν οι παράγραφοι των ανατριχιαστικών περιφορών, την ανείδωτη δική του Αναστάσιμη εποχή. Χρόνια πάλευε με το άδικο, που του δειγματιζόταν στην κάθε στροφή του δρόμου του.

Δ
ιαδρομές για άνομβρα πειράματα, που αναγράφονται στα κατάστιχα των καταρρακωμένων σχέσεων, καταστάλαξαν στο δικό του καλντερίμι και άκουγαν πάντα στο όνομα των  κατασπαταλημένων χρόνων του. Κίνησε μόνος, με το φόρτωμα του άχαρου ρόλου της εγκατάλειψης και έκαμε τις περιφορές των εικόνων, δικές του μοναδικές ικεσίες στον ωροδείκτη που ακινητοποιείται ζητωκραυγάζοντας τις μεγάλες του νίκες.

Έ
ταξε τη ζωή του στα μεγάλα καθήκοντα της ζήσης και αναρριχήθηκε στους ουρανοξύστες του πόνου, λες και το μαγκάλι της χαράς, άναβε μόνο για να ζεσταίνει τους άλλους. Πήρε στο κατόπι μια οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία και την περίφερε ανά τον κόσμο, στοχεύοντας να την νικήσει, μιας και είχε καλά γαντζωθεί στον ώμο ενός παιδιού, μόλις δέκα χρόνων. Ανομολόγητες στοές περιδιάβηκε, μέχρι νακουστεί το ύστατο και μεγαλειώδες «αποτυγχάνω». Θρονιάστηκε έτσι αδιάντροπα στην ψυχή του, θέλοντας να ανεβάσει τον πήχη του πόνου, σαν να έπαιρνε bonus από τον μεγάλο κερματοδέκτη της ανικανοποίητης τάφρου.



Ό
ταν έφτανε η Μεγάλη Εβδομάδα, όταν το πένθιμο των ήχων, γινόταν το δικό του στρωσίδι των αμαρτιών, που στρογγυλοκάθονται και αναθεματίζουν τις μεγάλες αντιξοότητες, τότε ο θρήνος γινόταν μακρόσυρτος γιατί ο άνθρωπος τούτος είχε απαντήσει άπειρες φορές τα καρφώματα και μάλιστα πάντα στο χρώμα του άδικου. Τον συναντούσαμε πολλές φορές να παραμιλάει στους δρόμους και με το κεφάλι σκυφτό αναμάσαγε τις μέρες, δίνοντας λάφυρα στη μοίρα του, τα μισόγυμνα πόδια του.




Ά
νθρωπος καλλιεργημένος και περήφανος. Είχε ταλέντο στη ζωγραφική μόνο που τα χρώματά του ήταν πάντα μουντά και άχρωμα. Αράδιαζε τους πίνακες του στο μικρό ανήλιαγο καμαράκι του και τους καμάρωνε μόνος του, μιας και κανείς δεν καταδεχόταν να κάμει ένα σταμάτημα στο φτωχικό του. Ήταν εκ πεποιθήσεως αδάμαστος στα πρέπει και δεν πρέπει, μα την μοναξιά, του τη φόρτωσαν λόγω της διαφορετικότητάς του. Χαλάλιζε όλες του τις οικονομίες, μέχρι και το τσιγάρο στερήθηκε κάποιες φορές, αρκεί να κατάφερνε να σπείρει ένα χαμόγελο στον άγνωστο διπλανό του.

Ν
όθες λέξεις συνέλλεγε πάντα και για ευχαριστώ ότι άκουγε ήταν η περιφρόνηση και η λήθη. Δεν τα είχε σίγουρα ανάγκη τα ευχαριστώ κανενός, μα πάντα παραπονιόταν για μια καλημέρα που ανθρώπινα του στερούσαν. Ναι μόνο αυτό ζήταγε. Μια ξημερωμένη καλημέρα. Τίποτα παραπάνω.


Θ
αρρείς και θα τον καταβρόχθιζαν για όλα τα όμορφα που έσπερνε, την ώρα που ο κόσμος ήταν γεμάτος από την αδιαφορία και το πισωπλάτισμα σε κάθε σπάνιο που φυτρώνει και μάλιστα χωρίς καμιά περιποίηση, χορταράκι. Όμως τούτο το κοντόημερο οι αντοχές του τον πρόδωσαν και έπεσε του θανατά. Δεν έβρισκε κανένα λόγο να περάσει το στενογιόφυρο και δεν είχε καμιά ελπίδα να προστατεύσει.

Ρ
άγισε πολλές φορές η καρδιά του με τις στεναχώριες των άλλων , παζάρεψε χίλιες φορές τα δικά του θέλω και έκαμε άλλες τόσες φορές μεγάλη απουσία στη ζωή του τον δικό του εαυτό. Λογάριαζε να πάει κάποτε στο Περού. Εκεί στα μεγάλα περπατήματα των Ίνκας. Στα υψώματα του macchu picchu. Εκεί ήθελε να γράψει έναν επίλογο για μικρούς ασκητές και σαν απόκληρος των εικοστών πρώτων εορτών, να ζωγραφίσει το γέρμα στα χρώματα της Ανατολής.

Ω
ραίες εικόνες για σπάταλα μυαλά και κατασταλαγμένες αντιλήψεις. Πόσο μακριά νυχτωμένοι είμαστε και πόσο πιαστήκαμε στο ύπνο, δείχνοντάς  του το δικό μας εδώ και κάνοντας την πλάνη μας, πράξη Μια. Έτσι έγειρε αποκαμωμένος και δώρισε την εικοστή του ώρα, παράδειγμα στα ανέκφραστα πάθη μας.

Π
ού θακουμπήσουμε τα αναστάσιμα λόγια μας και πού θα κρύψουμε την γδύμνια της απροσωπίας μας, σαν βάλαμε εμείς οι αναμάρτητοι πρώτη τον λίθο της εγκατάλειψης «ενί τούτων των αδελφών μας των ελαχίστων»; Πού ακριβότερη πλάνη να βουτηχτούμε από το να κρατάμε ακόμα την σφραγίδα του ανθρώπου;

Ό
μορφα τα καταφέραμε, ας πλαγιάσουμε ήσυχοι απόψε. Έτσι κι αλλιώς ο Άνθρωπος σταυρώθηκε να σώσει τις δικές μας αμαρτίες. Είμαστε πλήρως καλυμμένοι. Θα βάλουμε τα καλά μας και θα ακολουθήσουμε τον Επιτάφιο. Στο ίδιο έργο κάθε χρόνο θεατές και πρωταγωνιστές.

Σ
ύρατε λοιπόν τον Λαμπριάτικο χορό θριαμβευτές. Βάλτε τραγούδια όμορφα πάνω σε τάφους απανθρωπιάς που καταφέραμε να στήσουμε και ανασκουμπωθείτε για τα αυριανά μας κατορθώματα. Κανείς δεν θα μας κατηγορήσει, γιατί η πάστα τους είναι ίδια με την δική μας. Κανείς μας δεν θαναζητήσει το φίλο μας που ψυχορραγεί γιατί απλά επέλεξε να είναι διαφορετικός από τη φτήνια μας. Ξεχάστε τον, μέσα από την ξεχασμένη ζωή του και αφήστε τον μονάχο να ψάλει τον Επιτάφιο Θρήνο και φέτος.



Αλήθεια πώς αντέχει ο ήλιος και με ζεσταίνει ακόμα;

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

ηταν...........;;;;;;;;;;;;;;


       Κοντοστάθηκε και την κάρφωσε κατευθείαν στα μάτια. Πώς μπορούσε άλλωστε να προσπεράσει, τούτα τα θαλασσιά μάτια; Δυο μάτια απέραντα να φωτίσουν όλους τους γαλαξίες με οδύνη, στο όνομα μιας παραστρατημένης ομορφιάς. 
       Αδύνατη, έως καχεκτική θάλεγες, μα με κορμί λαμπάδα και ματιά από δίκοπο μαχαίρι.
       Θα την αναγνώριζε, έστω και μέσα σε χίλιους ανθρώπους. Χρόνια πέρασαν από τότε που έφυγε από τη μικρή κωμόπολη για την πρωτεύουσα και δεν ξαναφάνηκε ποτέ. Δεν τη συνάντησε κανείς από τότε. Στη μικρή κοινωνία, έλεγε ο καθένας τη δική του εκδοχή, γιαυτή της την εξαφάνιση.  
       Παιδούλα ήταν, σαν ξελογιάστηκε η μάνα της μέναν ομορφονιό και τους παράτησε.
       Πέντε μερόνυχτα έκλαιγε και τη φώναζε στον ύπνο της.
       Η κοινή απόφαση της οικογένειας να τη βάλουν σε ορφανοτροφείο, την έκαμε να το σκάσει μια νύχτα και ναναζητήσει την τύχη της μόνη της. Και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Φορτώθηκε την ορφάνια, που δεν της έταξε ο Θεός, μα την σκέφτηκαν άνθρωποι και μάλιστα οι δικοί της άνθρωποι και με ένα τσιτάκι και κάτι φτηνιάρικα πασουμάκια, χάθηκε στο σκοτάδι.
       Ποια ρίζα να στεριώσει στο κλαράκι, σαν το σπάσεις και το πετάξεις καταμεσής του δρόμου; Το ποδοπάτημα είναι το μόνο σίγουρο.
       Η περιπλάνηση στο άγνωστο, πού αλλού θα κατέληγε από την παραπλάνηση και τα άνομα θελήματα;
       Ποια τύχη νασχοληθεί μαζί σου, σαν σε επιστρατεύσει η εγκατάλειψη και το μόνο ιρίδισμα της μέρας σου, είναι η ντροπή και το παράπονο που ξεκίνησε σαν παράπονο, αλλά κατέληξε σέναν μεγάλο θυμό;    
       Θυμός και μίσος, έγιναν πια συνώνυμα και φώλιασαν στην παιδική ψυχή και δόθηκε η λύση…. της εκδίκησης. Μιας εκδίκησης, που πάντα οδηγεί στον αυτοτραυματισμό και την αυτοαπόρριψη.
       Σκούριασαν οι μέρες στα φτηνά ξενοδοχεία και ακρωτηρίασαν κάθε ελπίδα και αναγνώριση, των γιορτινών ημερών.
       Η στίξη, δεν είχε πια θαυμαστικό για καμιά ώρα και τα θαλασσιά τούτα μάτια, γέμιζαν μόνο με απορία.
       Στριμωγμένες ευχές, ξεψύχαγαν κάθε που χάραζε και συνόδευαν τον ήλιο σε άλλα λημέρια, αφού ο μόνος ήλιος που τη φώτιζε τόσα χρόνια, είχε το χρώμα, ενός χαρτονομίσματος. Μόνο που στα δικά της νομίσματα, ποτέ δεν καθρεφτιστήκαν, οι δυο όψεις.
       Πάντα μια και δεδομένη. Πάντα ήταν ο σκληρός μονόδρομος, που σε κατρακυλάει στο γκρεμό και δεν βρίσκεται πουθενά, έστω ένα λιθάρι να σε σταματήσει. Να σου γίνει, έστω ένα σημάδι ύπαρξης.
       Δεν αποποιήθηκε, ούτε για μια στιγμή, τη σιωπή των στεναγμών και δεν ζήτησε μενεξεδένιες πολιτείες, παρά λίγο ανάλατο νερό για τις απόρθητες σκέψεις της.
       Όψιμα αναζήταγε τις ανακατατάξεις του σταματημένου χρόνου, στα συντρίμμια της κατάρρευσης της  ζωτικής της υπόστασης, και τα αγάλματα, της θύμιζαν μόνο μεσαιωνικές προτάσεις.
       Αποχρωμάτιζε τα στρωσίδια, να κλέψει, ένα τόσο δα - μεταλλαγμένο έστω – λευκό για το δικό της θέλω και το μόνο που κατάφερνε, ήταν, να σκοντάφτει σε δράματα αρχαίας τραγωδίας. Έλουζε τη γύμνια της στο αρωστημένο φως των φαναριών και σκέπαζε τις περαστικές και ανομολόγητες ορέξεις της διεστραμμένης συντροφικότητας, με ένα κομπόδεμα που αβγάταινε, στόνομα, της αυριανής της κάθαρσης.
       Το ένα και μοναδικό σαγαπώ, που της ανταποδόθηκε, ήταν από τον καθρέφτη της, ο οποίος στάθηκε τόσο καλός και γενναιόδωρος μαζί της.
       Ποια λύπηση, θα αναπληρώσει τη δική της στέρηση για την απαγορευμένη εξομολόγηση, σαν στρέφονται όλοι οι προβολείς κατευθείαν απέναντί της;
       Στιγματισμένη με την ανεξίτηλη στάμπα των μεταλλαγμένων ενστίκτων, σκούριαζε τα νιάτα της και συνόδευε τη γοητεία της επιφανειακής αναζήτησης, ίσα στο έρεβος των προκλήσεων.  
       Μα σαν μάζευαν οι ώρες τις πληγές και έσβηναν τα φώτα της ράμπας, η είσπραξη δεν είχε νομισματική αξία, αλλά ένα κατακερματισμένο εαυτό και κάτι θρυψαλιασμένα συναισθήματα αηδίας.
        Ποιο νόμισμα ισούται με τη συσταύρωση, την αναγκαστική δηλαδή πορεία, στα όρια αντοχής; 
       Ξέπλενε τις κουρελιασμένες της σάρκες, πέταγε τα φτιασίδια της ντροπής και ντυνόταν άνθρωπος. Γιατί ήταν άνθρωπος, και έμεινε άνθρωπος όσο κι αν δεν της ανήκε πια, ούτε η ίδια της η ζωή. Μια ζωή, που την πυροβολούσε από εκείνη τη νύχτα της φυγής. Δεν έγινε ποτέ ο ξεπεσμός κομμάτι της ψυχής της, παρά η λογική κατάντια της γύμνιας της. Μπέρδευε τα βήματά της με τους ευυπόληπτους εμάς και κατέληγε -χρόνια τώρα – στο ίδρυμα.
       Σαν παιδί της το είχε, το εγκαταλειμμένο αγγελούδι, που γεννήθηκε ανάπηρο. Έκαμε τον πόνο του ανάγκη δική της και χωρίς να της το ζητήσει κανείς, έταξε τον εαυτό της συμπορευτή του. Άνοιξε έτσι, έναν κατάλογο με αναζητήσεις, μάζεψε πεταλούδες πολύχρωμες και δόθηκε χάρισμα, να προσφέρει, έστω μια άφεση αμαρτιών. 
       Μόνο έτσι μαλάκωνε η οργή και το μίσος της, μόνο τα Σαββατοκύριακα, που έβγαζε το γιό της – έτσι τον αποκαλούσε – με καμάρι για ψώνια, ή στις παιδικές χαρές.
       Με κείνη την περηφάνια στα μάτια τη συνάντησε, να σπρώχνει το καροτσάκι, στη μεγάλη λεωφόρο. Δεν είχε λόγο να βάλει το κεφάλι κάτω και να τρέξει να κρυφτεί στη γωνία του δρόμου.
       Δεν φόραγε τη ντροπή της, σε τούτη τη μικρή βόλτα τους.
       Κράταγε ψηλά το μπαλόνι του γιου της και δήλωνε την παρουσία της στις αιματηρές ταυρομαχίες, μόνο που έκρυβε καλά τα τραυματά της, κάτω από το φτηνό στρώμα της καμαρούλας της.


Η βουβή συλλαβή έκανε αντίλαλο στα στήθη της,
η αδούλωτη σκέψη, ανηφόρισε στο χωριό.
Μια πνιγμένη λέξη, αναγραμματίστηκε
Και πήρε το πλοίο της γραμμής.
Ανοιξιάτικε καβαλάρη, λογικέψου,
Ο  δρόμος θα μετανιώσει και θα γυρίσει πίσω!

Του ταίριαζε τουρανού,
Το αποψινό τρεμούλιασμα,

Να μπουμπουκιάσουν επιτέλους τα ρόδα!!!

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

και ηταν μονο..παιδια

Τον ξέραμε καλά, εκείνον, που έκλεισε την αλάνα και έγραψε πάνω σένα ξύλο ανορθόγραφα « ηκόπεδο προς πόλισιν ».
Κάτι αδέσποτοι δωδεκάχρονοι μπόμπιρες, λέγανε τούτη την αλάνα –ξέρετε, τα χωράφια στην άκρη της πόλης – γήπεδο. Κάθε απόγευμα ξεμάκρυναν με τη μπάλα τους και στράβωναν όλα ταγκάθια, σένα παιχνίδι, που χρόνια τώρα ,ο ένας νικητής, ήταν τα χαλασμένα τους αθλητικά παπούτσια. Εκεί οργάνωναν και τη μεγάλη γιορτή των χαρταετών. Σκαρφάλωναν συχνά στο σκοινί του αητού τους και τότε, εκείνος, αποφάσισε να κάνει διαφήμιση το νόμο του Νεύτωνα. Όχι, δεν μπορείς να πετάξεις.
Καρφωμένος θα είσαι πάντα, σε μια γη που συνεχώς κινείται.
Ταπόβραδο, παίρνανε το μικρό σουγιαδάκι του παππού και σκαλίζανε, ένα ξυλαράκι για το μάθημα της χειροτεχνίας.
Φέτος η χρονιά άρχισε χωρίς χειροτεχνία και τους έμεινε το μικρό σουγιαδάκι στα χέρια, χωρίς να ξέρουν τι να το κάνουν.
Και κείνον γνωρίζαμε, που ξεσπίτωσε τη γιαγιά από παραμύθι. Σκότωσε με τα χέρια του την κοκκινοσκουφίτσα και άφησε το λύκο ναλωνίζει, σαν είδος προς εξαφάνιση. Κρέμασε τη ρόκα της γιαγιάς στο μουσείο και την έστειλε δήθεν να ξεκουραστεί, σένα πανδοχείο ευγηρίας. Δεν τη γνώρισαν τη δική τους γιαγιά. Δεν κρύφτηκαν στην ποδιά της, όταν η διαίρεση δεν χώραγε στο κεφάλι τους. Τους πήραν κομπιούτερ, ναφήσουν τη γιαγιά ήσυχη.
Επινόησαν και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και τους πέταξαν την μπάλα, στην αραχνιασμένη αποθήκη του χρόνου.
Είχαν μάθει αδέσποτοι, όμως, τούτοι οι μικροί. Θέλανε να περιφέρονται στην αλάνα της πόλης, που τώρα ήταν οικόπεδο προς πώληση. Τους έλειπαν τόσο, οι κλωτσιές της μπάλας τους.
Μια μέρα, ήρθαν στη γειτονιά τους κάτι ξένοι. Περίεργα τους κοίταζαν, κάθε που πέρναγαν το στενοσόκακο. Έστησαν και στο σχολειό τους, ένα έργο τέχνης.
« Κοίτα τι βρήκαν για να χαλάσουν την ησυχία μας ».
Ήταν ένας πίνακας, που έδειχνε μια γλυκιά φατσούλα, να παίζει πιάνο.
Τρύπωναν κρυφά, σε κείνη την αίθουσα με τον πίνακα και μελετούσαν μεθοδικά την καταστροφή του. Δεν έμαθαν να βλέπουν, ένα ευγενικό γλυκό προσωπάκι, να παίζει πιάνο. Ηδονή τους ήταν, να το βασανίζουν.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και τα μικρά δωδεκάχρονα μάτια, μετατράπηκαν σε κείνα τα αιμοβόρα της ύαινας και στιγμάτισαν τον ξανθό πανέμορφο καλλιτέχνη.
Έτσι άρχισαν να σχεδιάζουν την εξόντωσή του. Ποιος μακελάρης θα σκεφτόταν ποτέ, ότι τούτα τα χεράκια, το αίμα, θα τόνιωθαν τόσο άχρωμο:
Παραφύλαγαν να βρουν μια ευκαιρία, για τον βανδαλισμό.
Τούσπασαν τα πλήκτρα, μια μέρα που έλειπαν όλοι. Τα χέρια, θέλανε να του σπάσουν, όμως.
Πού ήταν τώρα εκείνος, που έκανε την αλάνα τους οικόπεδο, να μαζέψει τους παιδικούς γύπες:
Πού ήταν τώρα εκείνος, που έβαλε τσιμέντο στο πέταγμα του χαρταετού τους, να ξεσκονίσει τις ομορφιές της παιδικής τους απραξίας και να τους δείξει, γαλανούς ουρανούς και όνειρα στο χρώμα της ελπίδας:
Τόβαλαν σκοπό- τριγυρνώντας αδέσποτα όπως είχαν μάθει,- να διαλύσουν ό,τι πιο σπάνιο και μοναδικό.
Κανείς δεν βρέθηκε στο δρόμο τους, να γλυκάνει με δυο αγκαλιές, τις παγωμένες τους νύχτες της καταιγίδας.
Κανείς δεν τους μίλησε, για κάτι πανέμορφα φθινοπωρινά κρινάκια, που φυτρώνουν μόνο στη σκληράδα του βράχου.
Και κείνος…. τράβαγε πάντα το δρόμο του, κοιτάζοντας αδιάφορα τούτα τα παιδιά της μέχρι χθες αθώας αλάνας. Τα πισωπλάτησε και τα προσπέρασε, ξεγράφοντάς τα από των κατάλογο του μέλλοντος, σαν κοινωνικά απόβλητα.
Και τόκαμαν το θάμα τους.
Ξεμονάχιασαν το παιδί από την τέχνη και……. Ήμαρτον Κύριε…….Ποια περιγραφή είναι ικανή να σας δώσει το μάτι του κυκλώνα: Ποια φρίκη είναι ποιο μεγάλη, από το να το περιφέρουν στην πόλη, μέσα σένα καρότσι σούπερ μάρκετ, και το αίμα να ποτίζει την άσφαλτο:
Τίνος θεού παιδιά είναι άραγε, τούτοι οι μικροί αμούστακοι λύκοι:
Και κείνος, που έκαμε χάλασμα το παιδικό τους σπιτάκι στην άμμο, που είναι απόψε:
Πού κρύφτηκε, απόψε που καραβοτσακίζονταν μια αθώα παιδική ζωή:
Τι ψάχνετε τόσην ώρα, να δείτε ποιος είναι εκείνος: Πως τον λένε:
Τον ξέρετε καλά………. Είμαι εγώ, είσαι εσύ, όλοι εμείς είμαστε που γίναμε γρανάζι μιας σιδερένιας μηχανής, που πάντα μας ρυθμίζει τη μέρα μας. Όλοι εμείς κάναμε άχρηστες σιδερόβιδες, τούτα τα μπουμπούκια.
Όλοι εμείς, οι γονείς, οι δασκάλοι, οι γραφιάδες, οι παπάδες, οι σπουδαίοι……..
…. Είμαστε εκείνος, που νύχτωσε τα μάτια των παιδιών, που δεν τα έμαθε να ονειρεύονται και τους τσάκισε, κάθε ελπίδα για το αύριο. Εμείς ποτίζαμε τούτα τα βλαστάρια στην αυλή μας και τα μάθαμε ότι πάντα φταίνε μόνο…οι άλλοι.
Κι ύστερα έχετε το κουράγιο να μου ζητάτε τον τίτλο που είχε ο ξεσκισμένος πια πίνακας. Το σπάνιο αυτό έργο τέχνης.
Με ποια χέρια να σας τον γράψω:
Β.Μεμου.