Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΦΩΝΟΝ ΔΙΑΓΕΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΦΩΝΟΝ ΔΙΑΓΕΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2018

ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΓΙΑ ΗΡΩΕΣ….


        ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΓΙΑ ΗΡΩΕΣ….

« Μέσα από τα πλεμόνια του, έστελνε στους ανέμους του κόσμου, εκείνο το Παιδεία, Ελευθερία.
Δεν ήταν νεκρά γραφόμενα στοιχεία, και οι βασιλιάδες των Ίνκας μαρμαρωμένοι, δίχως όνομα, αρτηριακοί ρόζοι και φαγωμένα κύματα.
« Ο άνθρωπος, ήταν πιο πλατύς από τη θάλασσα »,κοχύλι και βύζαγμα, αποκαμωμένου τρεμουλιάσματος, υγράδα του βράχου, ασμίλευτης γραφής, και χορταριασμένες αντιλήψεις, μυστικής και νερένιας υφής.
Στα σιδερόφραχτα χτυποκάρδια του, οι ήχοι, ήταν οι γροθιές, ακλόνητων και τολμηρών υποκόπανων, στο αδιέξοδο του καιρού, σαν τόλμησε να χαράξει της λευτεριάς ταρχικά.
Δεν τα ξανασκάλισε κανείς, ο ήλιος τα δρασκέλισε, τα χείλη του ψωμιού αποκηρύχτηκαν, η δίψα του οξυγόνου θάφτηκε, ή βάφτηκε και άλλαξε όψη, από το αίμα και τη λησμονιά.
Η ανάσα και η σκορπισμένη μυρωδιά του, δεν χάθηκε, μα σαν ερωτοτροπούσα κορασίδα, χλόμιασε, στο πέρασμα του αργιλώδους βράχου και σωριάστηκε καταγής.
Από την ανεμπόδιστη σπίθα, φούντωσε η φλόγα της αγανάχτησης ,μέχρι τις πορφυρένιες ακροκοσμιές, μέχρι εκεί που στοιβάχτηκαν όλοι οι καιροί, στις αμμουδιές της δικής του ώρας και στους αφρούς της αβύσσου.
Και αφουγκράστηκα, λεύτερε επαναστάτη από ψωμί και λύτρωση, πορφυρογέννητη τη μήτρα της καταχνιάς και της καταπόνιας.
Μικρός εγώ, αθλητής  της λεύτερης αρένας, αληθινός και άνθρωπος, πασπαλίστηκα του αγώνα σου τις μυρωδιές και έτσι άγγιξα τις πέτρες της κάθαρσης.
Θα βροντήξω και εγώ, αν χρειαστεί, τη γροθιά μου, στην κόψη του σπαθιού, των αληθοφανών απολαύσεων, να βγει αίμα… να ζωγραφίσω ζωή….»

Μόνος του, τάγραψε τούτα τα βγαλμένα από την ψυχή του λόγια, να τα διαβάσει στο σχολειό του, τη μέρα της γιορτής.
Πρέπει να με πας παππού, είναι διαμαρτυρία αυτή η πορεία. Είναι και δική μας υποχρέωση. Ήταν ιερός ο σκοπός και ο αγώνας τους, εσύ μου τόμαθες. Το ξέχασες παππού;
« Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία » ήταν τα συνθήματά τους και μεις, οι νεότεροι της δεύτερης γενιάς, πρέπει να θυμόμαστε. Είχε καμιά δεκαριά μέρες, που τάλεγε και τα ξανάλεγε.
Ανήσυχος ο μικρός στα δεκαπέντε του, έδινε χρώματα στις μνήμες με την παιδική του αφέλεια. Έπιανε και το χέρι του στη ζωγραφική και από στήθους, μπογιάτισε έναν πίνακα, με το τανκ στη σπασμένη πόρτα. Του έκαμε και κορνίζα και το κρέμασε πάνω από το γραφείο του.
Σαν μίλαγε για το τότε, αλλά και για όλα τα ένδοξα της φυλής μας τότε, τα μάτια του πέταγαν σπίθες.
Καθαρόαιμος Έλληνας και στις εθνικές επετείους, ντυνόταν πάντα με τη φουστανέλα του πατέρα του.
Έχουμε το μεγάλο χρέος, να θυμόμαστε. Έχουμε τη μοναδική ευθύνη, να κρατάμε τα σύμβολά μας ψηλά. Οι αγώνες δεν είναι πετροπόλεμος, ούτε κλέφτες και αστυνόμοι. Είναι θέμα τιμής και περιχαράκωσης των μεγάλων ιδανικών μας. Τίποτα δεν σας χαρίστηκε, τα κατακτήσατε με τους αγώνες σας, παππού – αγωνιστής της αντίστασης, ο παππούς του – και εμείς τα παραλάβαμε με την μόνη υποχρέωση, να τα διαφυλάξουμε στο ακέραιο.
Τούτη η μέρα είναι ξεχωριστή από όλες τις άλλες. Εδώ ο εχθρός ήταν ντόπιος. Δικός μας άνθρωπος, αλλά δέσμιος και υποκινούμενος, από ξένους. Εδώ η δουλεία ήταν διπλή, γιαυτό έχει αξία, η μνήμη να μείνει αναλλοίωτη. 
Με περηφάνια είχε μπει στη πορεία, με τον παππού του να επιμένει να τον κρατά σφιχτά από το χέρι.
Είμαι μεγάλο παιδί, για να με κρατάς. Μπας και φοβάσαι μην με κλέψει κανείς; Μουρμούριζε συνέχεια.
Τα συνθήματα του άρεσαν και τα φώναζε με σφιγμένη τη μπουνιά του. Ήταν και μερικά που δεν καταλάβαινε, αλλά σκεφτόταν: Ο ενθουσιασμός δεν έχει κάγκελα.
Όλα έγιναν ξαφνικά,…… εκεί στη συμβολή Πανεπιστημίου και Βασ. Σοφίας. Κανείς δεν κατάλαβε το πώς, από πού και το γιατί; Χωρίστηκαν κάμποσοι από την πορεία, εμφανίστηκαν άλλοι από το πουθενά, με κράνη, κουκούλες, μαδέρια και ο « σώζων εαυτόν σωθήτω ».
Οι από δω με μολότοφ, οι από κει με δακρυγόνα. Πέτρες, νεράντζια τα πυρομαχικά, ενάντια στα χημικά και τα δακρυγόνα. Ε! εκεί έχανε ο Κύριος το μπούσουλα. Πιάστηκαν και σώμα με σώμα. Έφαγε κανα- δυο στην πλάτη, δεν ξέρει από ποιους, αλλά σίγουρα ο εξευτελισμός ήταν ίδιος. Τι σημασία έχει ποιος τον κουβάλαγε;

Στάθηκε αλαφιασμένος  και αποκαμωμένος, εκεί κάπου στην οδό Υψηλάντη και με γουρλωμένα τα μάτια, κοίταζε γύρω του. Ήθελε να βάλει τις φωνές, τόσο δυνατά, που νακουστεί τριάντα χρόνια πίσω. Κανένας γνωστός του δεν ήταν εκεί κοντά. Σκέφτηκε να βρει έναν  αστυνομικό για βοήθεια, μιας και το κινητό του τηλέφωνο τόχασε, μέσα στον πανικό. Εδώ έχασε ολόκληρο παππού, που τον κρατούσε σφιχτά από το χέρι. Πόσο μάλλον ένα κινητό.
Πήρε την απογοήτευσή του παραμάσχαλα, γιατί από τώρα ένιωθε τόσο, μα τόσο πολύ προδομένος και κάθισε στο πλατύσκαλο μιας πολυκατοικίας.
    Έβγαλε το γέρο παππού του στο δρόμο, να δοξάσουν τις  νωπές ανάσες μιας γενιάς και ότι κατάφερε ήταν… να τον χάσει και να ψάχνεται μόνος, εκεί στη οδό Υψηλάντη.
Ποια άραγε ιδανικά να κουβαλάνε τούτοι οι κανίβαλοι της ιστορίας, που με το προσωπείο του γνωστού-αγνώστου, λεηλατούνε κάθε τι μεγάλο και ωραίο;
Σε ποια πορεία διαμαρτυρίας να συμμετέχεις και για ποιο να πρωτοδιαμαρτυρηθείς, σαν οι ειδήσεις κατακλύζονται  από ανθρωποκυνηγητό, στα στενά της πόλης, σπασμένες βιτρίνες και καμένα αυτοκίνητα; Ποιος τιμά μια επανάσταση, με λεηλασίες περιουσιών, φουκαράδων μεροκαματιάρηδων, που βρέθηκαν σε λάθος θέση, τη λάθος ώρα;
Πού πήγε το « ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία » και πώς το διδάχτηκαν, οι ανατροπείς και καταπατητές των δικών μου και δικών σου δικαιωμάτων; Ποιος τους έδωσε το ελεύθερο, ρε αδερφέ, να σπιλώνουν μια μέρα, που για κάποιους εξακολουθεί να είναι ημέρα οδύνης; Ποιος τους έδωσε τα σύνεργα να γκρεμίζουν το όνειρο και την ελπίδα για αγώνες, σε ένα δεκαπεντάχρονο παιδί;
Τι ναποφασίσει για το μέλλον και από ποια πλευρά να σταθεί; Με τι μυαλό να προχωρήσει το πέταγμα των χελιδονιών, εκεί κατάμονο και φοβισμένο, καταμεσής στην οδό Υψηλάντη;

Τελικά, είχε σίγουρα « βεβαρημένο παρελθόν ο Διομήδης…… »     

     
   

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

                               ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Σκέπασε τα πόδια της με την μάλλινη κουβέρτα και μέριασε την κουνιστή πολυθρόνα,  δίπλα στο παραγώνι.
Γιορτινή η σάλα, του μεγάλου πετρόχτιστου σπιτιού και η θαλπωρή από το τζάκι, που έκαιγαν τα κούτσουρα, έφτιαχναν εικόνα, από το παλιό μας παραμύθι.
Περασμένα μεσάνυχτα, η ζωή της κυρίας Άννας, αράδιαζε στα χρόνια της όλες τις εμπειρίες και τη γλυκιά γοητεία, της τέχνης των γηρατειών. Περήφανη, αρχόντισσα σωστή, έρανε με εορταστικό άρωμα το σπίτι, αν και ήξερε ότι φέτος, θάταν ολομόναχη τις γιορτές.
Είχε η ίδια επιμεληθεί, για τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα, που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι, τυλιγμένα, σε κόκκινο σελοφάν.
Οι γιορτές, παιδιά μου, έλεγε στα γειτονόπουλα που της κράταγαν συντροφιά, πάντα επισκέπτονται το σπιτικό σου και πρέπει να τις φιλέψεις, ένα γλυκό.
 Μόνος δεν είναι ο άνθρωπος που δεν έχει παρέα, μα αυτός, που δεν τον θέλει κανείς, για παρέα.
 Σοφές κουβέντες ξεστόμιζε, η γιαγιά πια, και ορμήνευε τα παιδιά, με κείνη τη γλυκύτητα στα μάτια και εκείνα κατάχαμα, γύρω-γύρω στα πόδια της, άρμεγαν τις ιστορίες της και καμιά φορά τάπαιρνε ο ύπνος, στο πάτωμα.
Παραμονή Χριστουγέννων απόψε και πώς φαινόταν με την πρώτη ματιά που έριχνες στο σπίτι της; Είχε καλοχτενίσει, τον κάτασπρο κότσο της και έβαλε και την καινούρια της ζακέτα. Η εγγονή της την έστειλε από την Αθήνα, με λεφτά από τον πρώτο της μισθό. Κοτζάμ γιατρός, έγινε η Αννούλα μας! Και πόσο το καμάρωνε!!!
Ακούμπησε το κεφάλι της πίσω και έκλεισε για λίγο τα μάτια της. Ήθελε απόψε να πάρει το δρόμο της προς τα πίσω και ναπαντήσει, εκείνη τη μακρινή παραμονή της Μεγάλης Γέννησης.

Τόστρωσε για τα καλά έξω. Ένα γόνα χιόνι, έριξε τη νύχτα! Τα ζωντανά, ήταν κλεισμένα στα χειμαδιά. Ποιος να ξεμυτίσει, με τούτον τον καιρό;
Χριστουγεννιάτικος καιρός, παιδιά μου, έλεγε ο παπά-δάσκαλος, σαν του παραπονιόσανται ότι κρύωναν, τα σχολιαρούδια του. Σάμπως είχανε τα καλοριφέρ; Μια ξυλόσομπα και εκείνη κάπνιζε του καλού καιρού, κάθε που έβανε βοριά. Όσο για ξύλα; Τα κουβαλάγανε, κάθε πρωί, από τα σπίτια τους. Αντί για τσάντα, παίρνανε ένα κουτσουράκι από το σπίτι, να ζεσταθούνε στο σχολείο.
Σε δυο μέρες κλείνουμε, για τις γιορτές. Εξάλλου βουνίσιοι είμαστε. Μην το ξεχνάτε και τον αντέχουμε το χιονιά. Είχανε ζεστά πανωφόρια, από γίδινο μαλλί, αλλά τα παπούτσια τους, φτιαγμένα από δέρμα γουρουνιών, όλο και γίνονταν μούσκεμα.
Έτσι κύλαγε ο χειμώνας, έτσι ταλαιπωρούσαν την ανάγνωση και τη γραφή, όσο για τη φυσική, τη μάθαιναν από τα πειράματα της φύσης.
Γέρος πια και ο παπά-δάσκαλος, άλλωστε, ποιος θα πήγαινε σε κείνο το χωριό, που δεν το βρήκαν ούτε οι Γερμανοί, την κατοχή; Φιλάσθενος καθώς ήταν, με το πέσιμό του στο κρεβάτι, έκαναν και ένα μήνα να ψάξουν την πλάκα τους.
Πού τετράδια και μολύβια; Μεταπολεμική εποχή ήταν. Μια πλάκα και ένα κοντύλι, ήταν αρκετά για σύνεργα, στη μαθησιακή τους αναζήτηση.
Τέτοιες μέρες σαν γύριζαν σπίτια τους, ξεροστάλιαζαν γύρω από την ποδιά της μάνας, τρυγώντας με τα μάτια τους τα καλούδια των ημερών. Κουραμπιέδες, λουκουμάδες με φρέσκο πετιμέζι, μουσταλευριά και καρύδια σουτζούκι.
Έβρισκε, λέτε, άκρη για καλούδια, η  κυρία Άννα, μιας και τα δικά της καλούδια- ζωή νάχουνε- ήταν δεκατρία;  Μια θράκα παιδιά, έλεγε και καμάρωνε το βιός της.
Με τούτο το βιός, χόρταινε σαν βράδιαζε, τα μουδιασμένα της από την κούραση χέρια. 
Είχε σουρουπώσει για τα καλά, σαν άκουσε τους ρεζέδες της ξυλόπορτας, να τρίζουν.
Γυναίκα, σας φέρνω μουσαφίρη. Πάντα γλυκιά και ήρεμη η φωνή του κυρ- Δημήτρη, που έφτανε κάθε βράδυ στο σπίτι, σφυρίζοντας.
Μικρόσωμος, κουρελής και ταλαίπωρος, ο μουσαφίρης.
Τίποτε δεν ρώτησε παρά συμπλήρωσε τα  πιάτα στο τραπέζι και τάκανε, δεκαοκτώ.[Είχανε βλέπεις και τα πεθερικά της, στο σπίτι τους]
Ο Γιώργης, γυναίκα, θα μείνει στο σπίτι μας. Θα γίνει οικογένειά μας. Μαγκούφης, ο κακομοίρης και ολομόναχος, τι θα μας κοστίσει; Ένα πιάτο φαΐ;
Ήταν βλέπετε, μικρή η φαμίλια του και ήθελε να την αυγατίσει και με το Γιώργη!!!!
Και έγινε ο Κοντόγιωργας, έτσι τον βάφτισαν τα παιδιά, άνθρωπος της οικογένειας. Και έμεινε μαζί τους μέχρι την τελευταία, της ζωής του ώρα.
Ήταν ένα βράδυ, σαν απόψε. Ακριβώς την παραμονή των Χριστουγέννων, του έτους… τι σημασία αλήθεια, έχει το έτος;
Τούτες οι σκέψεις στρογγυλοκάθισαν απόψε, στο άδειο, Χριστουγεννιάτικο σπιτικό της. Ποτέ δεν παραπονέθηκε και για τίποτα, η άγια τούτη γερόντισσα, μα ξημέρωνε και βράδιαζε, όλη της τη ζήση, με ένα: Νάχετε την Ευχή μου. Μοίραζε απλόχερα ευχές και ήταν τόσο από καρδιάς, που κάθε φορά και με κάθε ευχή που σκόρπιζε, φωτιζόταν το πρόσωπό της.
Το κουδούνισμα του τηλεφώνου, τη συμμάζεψε από το ξεστράτισμα, στο χρόνο.
« Χρόνια Πολλά, γιαγιάκα ». Ήταν ο Δημητράκης, ο εγγονός της, ορφανό από τη Γκάνα, που υιοθέτησε, ο γιος της ο Γιάννης. Και τόλεγε, τούτο το γιαγιάκα, με μια γλύκα! Με το γιαγιάκα του Δημητράκη, ανάδευε τόσα όνειρα και ζέσταινε τόσες ελπίδες!!!
« Χρόνια Πολλά Μάνα Καλά Χριστούγεννα. Σε λίγο πετάμε. Αύριο θάμαστε εκεί Μόνη θαρρείς, θάκανες γιορτές, μετά από δεκατρία παιδιά; Θα γνωρίσεις και το Δημητράκη μου, Μάνα.».
Έκλεισε το τηλέφωνο και δακρυσμένη, ανακάτεψε, λίγο, τη θράκα.
Το σόι πάει βασίλειο!!
Νάχεται την ευχή μου!!!

Χρόνια πολλά, καλά Χριστούγεννα Γιάννη μου!!!! 

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Ακριβες παρακαταθηκες....

Αφιερωμενο στον αγαπημενο μου πατερα, που τουτες τις 2-3 τελευταιες πρωτοχρονιες λειπει από κοντα μας….
ΝΑΞΕΡΕΣ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ ΠΟΣΟ ΔΥΣΑΝΑΠΛΗΡΩΤΟ ΚΕΝΟ ΜΑΣ ΑΦΗΣΕΣ…

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ΑΣ ΜΑΣ ΒΡΕΙ…ΠΙΟ ΣΟΦΟΥΣ…
ΑΚΡΙΒΕΣ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΕΣ


Χουζούρευαν στα κρεβάτια τους και δεν έλεγαν να σηκωθούν. Πιάνανε την ψιλοκουβεντούλα και σαν μελισσούλες γέμιζαν το γιορτινό δωμάτιο με το μέλι της ανθοφορίας, δίνοντας νότες απόλαυσης  και ευφορίας στο δίπατο  χωριατόσπιτο.
Κοιμήθηκαν και τα τέσσερα στο σπίτι της ξαδέλφης τους, που κατέβηκε από την Αθήνα για ολιγοήμερες διακοπές. Έτσι έκαναν σαν μαζεύονταν όλα στο χωριό. Πρωινό παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Συνωμοτούσαν για μέρες και δεν άφηναν κανέναν, να τους πάρει λέξη. Θέλανε δώρο ξεχωριστό για τον παππού τους φέτος. Δώρο, αντάξιο της σοφίας που απλόχερα τους χάριζε, τόσα χρόνια. Βάλανε κάτω το χαρτζιλίκι τους, κάμανε ταμείο και η κρυφοκουβέντα έδινε και έπαιρνε.
Ξεκούφαιναν όλους με τις φωνές και τα γέλια τους, φέρνοντας στο σπίτι το νόημα του γονιού.
Το έθιμο παλιό και το κράταγαν. Πρωτοχρονιά μαζεμένοι όλοι στο σπίτι του παππού. Βασίλης ο παππούς, Βασιλική και Βασίλης τα δυο από τα πέντε εγγόνια του.
Εβδομήντα δυο χρόνων ο ζευγάς της φαμίλιας τους. Ασπρομάλλης, περήφανης γενιάς κατακτητής, ο δικός τους παππούς, κατευόδωνε τον παλιό χρόνο με το παλιό φυλαγμένο κρασί και καλωσόριζε τον καινούριο, τσουγκρίζοντας τα ποτήρια με το γιοματάρι, έχοντας ολόγυρα στο τραπέζι όλα του τα βλαστάρια.
Στον πρώτο χτύπο της χρονιάς, σταύρωνε τη Βασιλόπιττα, με το ίδιο πάντα μεγάλο μαχαίρι και άρχιζε να ονοματίζει τα κομμάτια, ένα-ένα. Του Χριστού, του φτωχού, του σπιτιού. Του Αϊ Βασίλη, του νοικοκύρη… με μουσική πάντα υπόκρουση, τα κάλαντα. Και μετά ο μποναμάς. Ένα χιλιάρικο, παλιά, στον καθένα που βρισκόταν στο σπίτι εκείνη την ώρα, άσχετα αν ήταν φιλοξενούμενος. Σαν μπήκε το ευρώ και στο δικό του σπιτικό, έδινε τρία ευρώ. Μικρή η αγροτική του σύνταξη και κάθε τέτοια μέρα την έφερνε, ίσα βάρκα, ίσα νερά. Χαρά τα παιδιά σαν τον έβλεπαν, στη μέση του δωματίου, να τα χαϊδεύει στο κεφάλι, όταν έσκυβαν να του φιλήσουν το χέρι και τους ξένους να κοιτάζονται παράξενα, την ώρα που έδινε λεφτά και στους μεγάλους.
«Πολύχρονος παππού. Χρόνια πολλά και του χρόνου».
Το πρωί, ανήμερα την Πρωτοχρονιά, αράδιαζε τα εγγόνια του και τράβαγαν για την εκκλησία. Καμάρι που τόχε σαν τα σύστηνε στους φίλους του. Καθηγήτρια, η μεγάλη εγγονή μου, η Βασιλική, φοιτήτριες η Λενιώ μου και η Δήμητρα, μαθητές λυκείου και γυμνασίου, ο Βασίλης και ο Στάθης.
Στο μεσημεριανό τραπέζι, πάντα η ίδια σκηνή, χρόνια τώρα. Όρθιος, στο κεφάλι του τραπεζιού, έκανε το Σταυρό του, σήκωνε το ποτήρι και έρανε με ευχές, παιδιά και εγγόνια.
Γνήσια ελληνική λαογραφία, θα ομολογούσε ο ρομαντικός ποιητής, που ξέμεινε εκεί μακριά στο παλιό καταγεγραμμένο θηκάρι του χρόνου. Κάτι τέτοιες μέρες διάλεγε να καταστρώσει αντλίες, γιατί σταπότρυγα των ημερών του, στόχευε να αφήσει την αρμάτα του γεμάτη αναμνήσεις υψηλών στόχων.
Δεν έδινε δώρα, μα ταπομεσήμερο, όταν το τραπέζι έκλεινε, έπαιρνε την σκαλιστή του γκλίτσα νακουμπάει, και τράβαγε με τα εγγόνια του, για μια βόλτα. Έβρισκε ένα μέρος να ξεπεζέψουν και σαν σοφός της ζωής δάσκαλος, ανακάτευε τις θύμησες του και τους εξιστορούσε λόγια από τα παλιά, γράφοντάς τους ένα μήνυμα για αύριο.
«Έδυσε η ζήση μου, έλεγε, ποιος ξέρει του χρόνου, αν θα ζω!{Είκοσι χρόνια μας απειλούσε με το αν θα ζει}Κρατάτε τα λόγια ενός γέρου, για στολίσματα στα παιδιά και τα εγγόνια σας».
Φέτος θα τα πήγαινε στη γέφυρα του Ρίου. Ολοχρονικού μάζευε σκέψεις, να τις φυτέψει σαν σποράκια, την ημέρα της Πρωτοχρονιάς.
«Όχι παππού, φέτος θα πάμε πρώτα κάπου που θέλουμε εμείς. Μετά ότι θες εσύ. Εξάλλου δική σου είναι η μέρα, σήμερα.».
Οδηγούσε η εγγόνα του η μεγάλη. Μπροστά ο παππούς καμάρωνε και πίσω, όλοι οι άλλοι στριμωγμένοι σαν σαρδέλες.  Πέρασε το Ρίο και πήρε το δρόμο για το κέντρο της Πάτρας. Σταμάτησε στο παλιό αρχοντικό με την μεγάλη παραφωνία: μια μελαγχολική επιγραφή. «Οίκος ευγηρίας».
Προσποιήθηκε πόνο στο πόδι ο Βασίλης και έμεινε λίγο πίσω. Οι άλλοι ανέβηκαν τη μαρμάρινη σκάλα, με τον παππού να μην καταλαβαίνει τίποτα. Σε λίγο κατέφθασε ο μικρός ντυμένος Άγιος Βασίλης, με ένα σακί στην πλάτη και τραγουδώντας τα κάλαντα της μέρας. Μπήκε στη μεγάλη αίθουσα που κάθονταν οι γέροντες.
«Χρόνια Πολλά. Καλή Χρονιά».
Μοίρασαν τα δώρα, αγκάλιαζαν τους γέροντες και ζήτησαν ευγενικά από την υπεύθυνη την άδεια να φέρουν το ακορντεόν τους και να τραγουδήσουν όλοι μαζί.
Ευχές πέταγαν στον αέρα σαν πυγολαμπίδες και ξεπέζεψαν αγγέλους νακουστεί το «Ωσσανά»  των πέντε παιδιών στα πέρατα της οικουμένης. Άγαλμα ο παππούς έστεκε στην πόρτα, σαν να ξεχώρισε τα χρώματα της ίριδας για πρώτη φορά.
Τι αξία είχε το πουλόβερ που του χάρισαν, μπροστά στο ζωντάνεμα της περηφάνιας του;  
Κατέβηκε διακριτικά, στυλώθηκε στο αυτοκίνητο και ελευθέρωσε τις σκέψεις του, να φτάσουν στην κάθε μέρα της γέννας τους. Κοπέλες πια και παλικάρια οι θησαυροί του, βάλθηκαν σήμερα να αναπλάσουν τις χαρές του και να τον ονομάσουν για ακόμα μια φορά «σπορέα» σε γόνιμο και εύφορο τόπο.
Έφτασε σούρουπο.
«Τώρα παππού, μας οδηγείς εσύ. Λέγε πού πάμε;»
«Παιδιά μου, πού ποιο ψηλά να σας οδηγήσω; Είχα σχεδιάσει να πάμε στη γέφυρα στο Ρίο. Είχα στριμώξει τόσα φτιασίδια να σας μολογήσω για το πέρασμα αντίπερα. Δυο λέξεις ακούμπησαν στο προσκέφαλό μου και τις ξεχώρισα για φετινό μας κουβεντολόι. «Σεβασμός» και «Αχαριστία». Όμως… Μωρέ τι σου είναι οι καινούριες γενιές!!! Τώρα το διάβα σας θα είναι μια συνεχής πορεία για απέναντι. Κάθε μέρα θα περνάτε ένα γιοφύρι. Χτίστε το λοιπόν λιθαράκι-λιθαράκι με όσα σας έμαθα τόσα χρόνια και κάντε το γεροθεμελιωμένο και κόσμημα σαν τούτη τη γέφυρα. Στις παλιές μου μέρες πού να φανταστώ, ότι στεριώνει τσιμέντο στο νερό; Ρίξτε χαμόγελα για αγκίστρια σε όλα ταγρίμια που θα τρίζουν τα δόντια τους και μη χαμηλώσετε ποτέ τον πήχη του αυτοσεβασμού σας. Και σαν αρμενίσουν καράβια μπροστά σας, γράψτε κάπου ψηλά ένα «ευχαριστώ», να ριζώσει σαν φάρος, για να μην ξεχαστεί καμιά σας ελπίδα. Είχα κι άλλα σχεδιάσει να σας πω αγναντεύοντας τούτο το διαμάντι, μα εσείς μου δώσατε τον κότινο που με περνάει κατευθείαν στο θρανίο του μαθητή. Ανοίξατε τη διαθήκη μου μέρα Πρωτοχρονιάς και αναγνώρισα αμέσως όλους τους θησαυρούς της κληρονομιάς σας».  
Νύχτωσαν άγρυπνα τα λιόκλαρα στον όχτο
Άλλαξαν δίχτυα οι ψαράδες της ορμήνιας.
Σέβομαι πάντα την πηγή των ελαφιών,
Να μην μισέψω με του αχάριστου τα πάθη….
Βουλα Μεμου


Κυριακή 31 Μαΐου 2015

χρονογραφημα στους ΝΕΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΕΝ ΑΙΓΙΩ





Print

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

Συντάκτης: Βούλα Μέμου.

http://www.neoikairoi.gr/data/index.php/articles/genika-arthra-keimena-genikoy-endiaferontos/796-hronografima
Σκέπασε τα πόδια της με την μάλλινη κουβέρτα και μέριασε την κουνιστή πολυθρόνα, δίπλα στο παραγώνι. 
Γιορτινή η σάλα, του μεγάλου πετρόχτιστου σπιτιού και η θαλπωρή από το τζάκι, που έκαιγαν τα κούτσουρα, έφτιαχναν εικόνα, από το παλιό μας παραμύθι.
Περασμένα μεσάνυχτα, η ζωή της κυρίας Άννας, αράδιαζε στα χρόνια της όλες τις εμπειρίες και τη γλυκιά γοητεία, της τέχνης των γηρατειών. Περήφανη, αρχόντισσα σωστή, έρανε με εορταστικό άρωμα το σπίτι, αν και ήξερε ότι φέτος, θα' ταν ολομόναχη τις γιορτές.
Είχε η ίδια επιμεληθεί, για τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα, που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι, τυλιγμένα, σε κόκκινο σελοφάν.
Οι γιορτές, παιδιά μου, έλεγε στα γειτονόπουλα που της κράταγαν συντροφιά, πάντα επισκέπτονται το σπιτικό σου και πρέπει να τις φιλέψεις, ένα γλυκό.
Μόνος δεν είναι ο άνθρωπος που δεν έχει παρέα, μα αυτός, που δεν τον θέλει κανείς, για παρέα.
Σοφές κουβέντες ξεστόμιζε, η γιαγιά πια, και ορμήνευε τα παιδιά, με κείνη τη γλυκύτητα στα μάτια και εκείνα κατάχαμα, γύρω-γύρω στα πόδια της, άρμεγαν τις ιστορίες της και καμιά φορά τα 'παιρνε ο ύπνος, στο πάτωμα.
Παραμονή Χριστουγέννων απόψε και πώς φαινόταν με την πρώτη ματιά που έριχνες στο σπίτι της; Είχε καλοχτενίσει, τον κάτασπρο κότσο της και έβαλε και την καινούρια της ζακέτα. Η εγγονή της την έστειλε από την Αθήνα, με λεφτά από τον πρώτο της μισθό. Κοτζάμ γιατρός, έγινε η Αννούλα μας! Και πόσο το καμάρωνε!!!
Ακούμπησε το κεφάλι της πίσω και έκλεισε για λίγο τα μάτια της. Ήθελε απόψε να πάρει το δρόμο της προς τα πίσω και ν' απαντήσει, εκείνη τη μακρινή παραμονή της Μεγάλης Γέννησης.

Το 'στρωσε για τα καλά έξω. Ένα γόνα χιόνι, έριξε τη νύχτα! Τα ζωντανά, ήταν κλεισμένα στα χειμαδιά. Ποιος να ξεμυτίσει, με τούτον τον καιρό;
Χριστουγεννιάτικος καιρός, παιδιά μου, έλεγε ο παπά-δάσκαλος, σαν του παραπονιόσανται ότι κρύωναν, τα σχολιαρούδια του. Σάμπως είχανε τα καλοριφέρ; Μια ξυλόσομπα και εκείνη κάπνιζε του καλού καιρού, κάθε που έβανε βοριά. Όσο για ξύλα; Τα κουβαλάγανε, κάθε πρωί, από τα σπίτια τους. Αντί για τσάντα, παίρνανε ένα κουτσουράκι από το σπίτι, να ζεσταθούνε στο σχολείο.
Σε δυο μέρες κλείνουμε, για τις γιορτές. Εξάλλου βουνίσιοι είμαστε. Μην το ξεχνάτε και τον αντέχουμε το χιονιά. Είχανε ζεστά πανωφόρια, από γίδινο μαλλί, αλλά τα παπούτσια τους, φτιαγμένα από δέρμα γουρουνιών, όλο και γίνονταν μούσκεμα.

Έτσι κύλαγε ο χειμώνας, έτσι ταλαιπωρούσαν την ανάγνωση και τη γραφή, όσο για τη φυσική, τη μάθαιναν από τα πειράματα της φύσης.
Γέρος πια και ο παπά-δάσκαλος, άλλωστε, ποιος θα πήγαινε σε κείνο το χωριό, που δεν το βρήκαν ούτε οι Γερμανοί, την κατοχή; Φιλάσθενος καθώς ήταν, με το πέσιμό του στο κρεβάτι, έκαναν και ένα μήνα να ψάξουν την πλάκα τους.
Πού τετράδια και μολύβια; Μεταπολεμική εποχή ήταν. Μια πλάκα και ένα κοντύλι, ήταν αρκετά για σύνεργα, στη μαθησιακή τους αναζήτηση.
Τέτοιες μέρες σαν γύριζαν σπίτια τους, ξεροστάλιαζαν γύρω από την ποδιά της μάνας, τρυγώντας με τα μάτια τους τα καλούδια των ημερών. Κουραμπιέδες, λουκουμάδες με φρέσκο πετιμέζι, μουσταλευριά και καρύδια σουτζούκι.
Έβρισκε, λέτε, άκρη για καλούδια, η κυρία Άννα, μιας και τα δικά της καλούδια- ζωή να 'χουνε- ήταν δεκατρία; Μια θράκα παιδιά, έλεγε και καμάρωνε το βιός της.
Με τούτο το βιός, χόρταινε σαν βράδιαζε, τα μουδιασμένα της από την κούραση χέρια.
Είχε σουρουπώσει για τα καλά, σαν άκουσε τους ρεζέδες της ξυλόπορτας, να τρίζουν.
Γυναίκα, σας φέρνω μουσαφίρη. Πάντα γλυκιά και ήρεμη η φωνή του κυρ- Δημήτρη, που έφτανε κάθε βράδυ στο σπίτι, σφυρίζοντας.
Μικρόσωμος, κουρελής και ταλαίπωρος, ο μουσαφίρης.
Τίποτε δεν ρώτησε παρά συμπλήρωσε τα πιάτα στο τραπέζι και τα 'κανε, δεκαοκτώ.[Είχανε βλέπεις και τα πεθερικά της, στο σπίτι τους]
Ο Γιώργης, γυναίκα, θα μείνει στο σπίτι μας. Θα γίνει οικογένειά μας. Μαγκούφης, ο κακομοίρης και ολομόναχος, τι θα μας κοστίσει; Ένα πιάτο φαΐ;
Ήταν βλέπετε, μικρή η φαμίλια του και ήθελε να την αυγατίσει και με το Γιώργη!!!!
Και έγινε ο Κοντόγιωργας, έτσι τον βάφτισαν τα παιδιά, άνθρωπος της οικογένειας. Και έμεινε μαζί τους μέχρι την τελευταία, της ζωής του ώρα.
Ήταν ένα βράδυ, σαν απόψε. Ακριβώς την παραμονή των Χριστουγέννων, του έτους. τι σημασία αλήθεια, έχει το έτος;
Τούτες οι σκέψεις στρογγυλοκάθισαν απόψε, στο άδειο, Χριστουγεννιάτικο σπιτικό της. Ποτέ δεν παραπονέθηκε και για τίποτα, η άγια τούτη γερόντισσα, μα ξημέρωνε και βράδιαζε, όλη της τη ζήση, με ένα: Να 'χετε την Ευχή μου. Μοίραζε απλόχερα ευχές και ήταν τόσο από καρδιάς, που κάθε φορά και με κάθε ευχή που σκόρπιζε, φωτιζόταν το πρόσωπό της.
Το κουδούνισμα του τηλεφώνου, τη συμμάζεψε από το ξεστράτισμα, στο χρόνο.
« Χρόνια Πολλά, γιαγιάκα ». Ήταν ο Δημητράκης, ο εγγονός της, ορφανό από τη Γκάνα, που υιοθέτησε, ο γιος της ο Γιάννης. Και το 'λεγε, τούτο το γιαγιάκα, με μια γλύκα! Με το γιαγιάκα του Δημητράκη, ανάδευε τόσα όνειρα και ζέσταινε τόσες ελπίδες!!!
« Χρόνια Πολλά Μάνα Καλά Χριστούγεννα. Σε λίγο πετάμε. Αύριο θα 'μαστε εκεί Μόνη θαρρείς, θα 'κανες γιορτές, μετά από δεκατρία παιδιά; Θα γνωρίσεις και το Δημητράκη μου, Μάνα.».
Έκλεισε το τηλέφωνο και δακρυσμένη, ανακάτεψε, λίγο, τη θράκα.
Το σόι πάει βασίλειο!!
Να 'χεται την ευχή μου!!!
Χρόνια πολλά, καλά Χριστούγεννα Γιάννη μου!!!!

Κυριακή 17 Μαΐου 2015

αδιεξοδα σε πανσέληνο


ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΣΕ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ

       Είχαμε ανάψει τη μεγαλύτερη φωτιά φέτος.
       Έκατσα σένα λιθάρι, στο μεγαλύτερο της παραλίας, ντύθηκα με την ομορφιά της νιότης τους και την περιέργεια των χρωμάτων και άρχισα την ιστορία.
       Οι ήρωες ήταν τούτα τα πέντε –  έξι, χίλια έξι άγουρα και νιόκοπα νομίσματα, που τα μάτια τους αγκάλιαζαν μια γη αστέρια και άρμεγαν το φως όλων των φεγγαριών.
       Είχα ξαναπεί την ίδια ιστορία πολλές φορές, με τους ίδιους πάντα ήρωες.
       Πως ναρχίσω όμως μια διήγηση, όταν στα μεγάλα τους πεντακάθαρα μάτια αρμένιζαν όλες οι αναζητήσεις:
       Είχαμε στήσει συρματοπλέγματα στις παιδικές τους χαρές και τους δίναμε για παιχνίδια μόνο ηλεκτρονικές συσκευές. Τους ζητήσαμε επίμονα να σηκώσουν όλο το βάρος και τις ευθύνες για ένα αύριο, την ώρα που τα πειράματα είχαν γίνει όλα επί χάρτου. Τους κάναμε αλαβάστρινα πιόνια στη σκακιέρα μιας στημένης  ιστορίας που το ματ λέγεται πάντα στη δεύτερη κίνηση του στρατιώτη.
       Δεν ήξερα όμορφα λόγια να τους υποσχεθώ, ούτε τα παραμύθια τα πιστεύανε πια. 
       Φέτος έκλεισαν έξω και τον Αϊ Βασίλη της Πρωτοχρονιάς. Παππούλης έγινε κι αυτός και ακόμα τους έταζε, ότι δεν τους έφερε ποτέ.
       Σήμερα τα έκαμαν στόχο να μπορούνε κάποτε να τους λένε « να… φταίει η δική σας γενιά.». Ποια γενιά να κουβαλήσουν τούτα τα απούπουλα ξεπεταρόνια, που τα διατάζουν να πάρουν τη μεγάλη απόφαση:
     
       Τα κοίταξα στα μάτια, ένα-ένα και σαν αγράμματος περιηγητής και των δικών μου ευθυνών, τους έδωσα δυο ξέφτια από συμβουλές και τους εμπιστεύτηκα να γράψουν την ιστορία μόνοι τους.
       « Βρείτε τον Πήγασο του μέλλοντος ασέλωτο, γίνετε αναβάτες του και πετάξτε στον πλανήτη, που σας ζωγράφισε το μακρινό παραμύθι της γιαγιάς σας. Αφήστε τις χημικές αντιδράσεις της ιστορίας, για μας τους μεγάλους, που συνηθίσαμε να βάζουμε αγκαθωτά σύνορα στις αυλές και τον ορίζοντά σας. Χτίστε μια μόνο δική σας πυραμίδα με χαρτάκια και κλειδώστε την αθωότητα που σας γκρεμίσαμε, την ώρα που αλλάζατε το πρώτο σας βηματάκι. Μην κάνετε μοναδικό σκοπό της ζωής σας το ψηλότερο σκαλί, αλλά το πιο χρυσό « Α » που η λέξη Άνθρωπος και Ανθρωπιά θα μάθει εμάς τους αγράμματους, το δικό σας « Άνω θρώσκω ». Χτίστε το δικό σας γιοφύρι με τραγούδια και περάστε στην αντίπερα όχθη, όλα τα χρώματα των ηπείρων, βάφοντας όλα τα παιδιά στο ίδιο εκείνο χρώμα της βεβαιότητας που εσείς ονειρευτήκατε, μια νύχτα σαν απόψε, με πανσέληνο. Κρύψτε καλά μέσα στο βιβλίο του μυαλού σας κάποιους μαθηματικούς τύπους.









       Να θυμάστε ότι τα γραμμάτια που θα σας βάλουν να πληρώσετε, δεν θάναι τίποτα περισσότερο από ότι χαρίσατε εσείς στους συνοδοιπόρους σας. Όποιο λιθαράκι αφήσεις στο δρόμο – αλήθεια, θυμάστε τον κοντορεβιθούλη: - εκείνο θα σας επιστραφεί και μάλιστα, «εις την δευτέραν». Όπως λέγατε « Α εις την δευτέραν ». Όλα θα σας δίνονται σαν δύναμη, υψωμένη πάντα « εις την δευτέραν». Και εσείς οι ίδιοι, θα νιώθετε κάποτε σαν αριθμοί. Τόνομά σας, θάναι ένας αριθμός. Γιαυτό μην ξεχάσετε τίποτα από τα μαθηματικά σας. Γεμίστε το δισάκι σας με ότι καλύτερα φανερώθηκαν και έλαμψαν στα ανθρώπινα μάτια και αφήστε τις σκούρες ξυλομπογιές σας, για μας τους μεγάλους, που πάντα είχαμε αχρωματοψία.
       Σαν φοβάστε, τις νύχτες με καταιγίδα τα αστραπόβροντα, ξεφυλλίστε ξανά το πρώτο σας αλφαβητάρι και παίξτε με το τόπι του Μίμη. Κλειδώστε καλά στην καρδιά σας «ένα παιδί», για κάτι τέτοιες νύχτες.
       Εμείς σχεδιάζαμε ειρηνευτικά σχέδια, σαν ετοιμάζαμε πιο προηγμένη βόμβα νετρονίου.
       Εμείς βγαίναμε πραματευτάδες δικαίων, σαν λιγοστεύαμε κάθε μέρα το οξυγόνο σας.
       Κρατείστε την αθώα ματιά που είχατε, όταν δεν καταλαβαίνατε το πώς και γιατί, και δος τε μας μαθήματα, σχεδιασμένα με κερομπογιές και τα παλιά σας ξύλινα μαύρα μολυβάκια.».

       Παλιά συνήθεια ήταν οι φωτιές στις παραλίες, τις νύχτες του καλοκαιριού.
       Παράδοση θα πεις, ήταν. Μετά το γιόμα άρχιζε η ετοιμασία. Το σούρουπο ήταν όλα έτοιμα.
       Απόψε όμως…. Ήταν μια ξεχωριστή νύχτα. Ήταν και η πανσέληνος που πρόσθετε στη μαγεία της.
       Μάζεψα τα παιδιά μου, τα δικά μου παιδιά και σαν μάνα των παιδιών όλου του κόσμου ήθελα να τους πω μια ιστορία. Στο τέλος είδατε ότι δεν τα κατάφερα.
       Με άκουγαν όμως με κατεβασμένα τα κεφάλια. Χίλιες σκέψεις πέρναγαν από το μικρό τους ξάστερο μυαλουδάκι.
       Τους ζήταγα να γίνουν Άτλαντες της παλιάς μας μυθολογίας, εγώ που τόσα χρόνια δεν μπήκα στον κόπο να μοιραστώ μαζί τους ένα ηλιοβασίλεμα.
       Δάνεισα σε τούτα τα παιδαρέλια όλες τις ενοχές μου, σε μια ιστορία που ήμουν ανίκανη να διηγηθώ, στο Βασίλη, το Νικόλα, την Ειρήνη, ….. που απόψε έπαψαν νάναι μαθητές Γ Λυκείου και ξεκίνησαν το ταξίδι του υποψήφιου φοιτητή… των μεγάλων ευθυνών…….
         

   

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

στο δασκαλο μου....

Χρονια πολλα Δασκαλε….

Είχαν σαλπάρει τα βαπόρια του χρόνου, στοχεύοντας, την απογραφή των απόκρυφων της συνείδησης κοσμημάτων.
Καταγράψαμε με όλες τις λεπτομέρειες τη ρότα τους, μιας και καπετάνιος, ήταν ένας καταδικός μας, ονειροπόλος περιηγητής.
Είχε στοχεύσει από την ανατολή του διάβα του, στο κοσμογονικό απειθές και λουστράρισε το ψηφιδωτό, αλλοτινών αντιλήψεων, με στροφές και συστροφές, καταξιωμένων σήμερα λόγων.
Κίνησε το χωμάτινο στενοσόκακο, που οδηγούσε στο σχολειό του και έκαμε, χρόνους οχτώ, να φτάσει στη καγκελόπορτά του. Στο πρώτο κιόλας αγνάντεμά της μέρας του-παιδάκι εφτά χρόνων- το λεξικό έγραφε πόλεμος. Με νύχια και με δόντια, κατείχε την κάθε δρασκελιά του, ίσαμε κείνη την πόρτα. Η πόρτα θεόκλειστη. Ο δάσκαλος άφαντος, κάπου στα βουνά της Αλβανίας και το χωριό θεόστραβο στα γράμματα.
Σαν πέρασαν οι πρώτες αντάρες, εμφανίστηκε ένας νέος, δάσκαλος έλεγε ήτανε, μα μετά από χρόνια τους εκμυστηρεύτηκε, ότι ήταν απλώς φοιτητής. Βρέθηκε στο χωριό-κάπου στα Σφακιά, αν λέω σωστά-και μάζεψε τα πέντε- έξι παιδιά με τη μια λάμπα του ήλιου και βάλθηκε να τα μυήσει, στα μυστικά και νιόσπορα μονοπάτια της ορθογραφίας και της ανάγνωσης.
Έτσι τράβαγαν τα χρόνια μπροστά-οκτώ τον αριθμό-μέχρι να φτάσει στο πρώτο άγγιγμα του φτερουγίσματος της πολύχρωμης πεταλούδας, που είχε το αλφαβητάρι του.
Το καΐκι, τώρα ήταν πια δικό του απόκτημα-περήφανος Κρητικός, βλέπετε- και το ταξίδι, σίγουρο και αδιαμφισβήτητα πετυχημένο.
Ποια ειμαρμένη να επικαλεστείς, απονήρευτε αναγνώστη και πόσο μικρός φαντάζω στα μάτια σου, όταν σκοντάφτουμε και οι δυο μας, πάνω σε τέτοια θηρία της θέλησης και της επιμονής;
Πώς να λογαριαστούμε, εμείς με το χρόνο και το φεγγαρόφωτο, την ώρα που φυτρώνουν τα κυκλάμινα στους βράχους;
Σκύβουμε το κεφάλι, χαρτογραφούμε τα στοιχεία της ταυτότητάς μας και σβήνουμε το τελευταίο αποτσίγαρο, πάνω στο κάτασπρο βιβλίο των λόγων, που δεν είχαμε ποτέ μελάνι να γράψουμε.

Μας μάζεψε, λοιπόν, και μας μια μέρα –αληθινός τώρα δάσκαλος και με πτυχίο –και σάρωσε τις ψυχές μας, να σπείρει  τα αδούλωτα και μελετημένα εικονίδια, που θα φώτιζαν τους ορίζοντές μας, ίσαμε το σήμερα, ίσαμε το αύριο και ίσαμε το πάντα. Αυτά τα σποράκια ρίζωσαν και χρωματίσαμε το μποστάνι του ήθους, νάχουν καρπούς, να τρυγήσουν τα παιδιά μας.
Τον ξανασυναντήσαμε στις θύμησες, το περασμένο καλοκαίρι, μετά από είκοσι οκτώ χρόνια, στην αυλή του παλιού μας σχολειού, σαν ανταμώσαμε, οι τότε συμμαθητές. Σήμερα στο καταμεσήμερο της ζωής μας, έδωκα την υπόσχεση στον εαυτό μου, να τον ψάξω. Δεν ήταν ένας τυχαίος δάσκαλος, ο δάσκαλός μας αυτός, παρά ο φωτοδότης των παιδικών μας οραμάτων και ότι λιγότερο ήταν : Να « κλίνω το γόνυ » και να εναποθέσω στην αγκαλιά του όλα μας τα « ευχαριστώ », αγκαλιάσματα της τότε δικής μας σχολικής φουρνιάς.
Όλοι τον θυμόμαστε, γιατί ήταν ο χαρισματικός, ξεχωριστός δάσκαλός μας. Δεν λογάριαζε στην αυστηρότητα των δικαιωμάτων του, μα έβαλε στόχο να σμιλέψει ψυχές.  Τι κι αν ξεχάσαμε, με το κλείσιμο του σχολειού, τον αόριστο δεύτερο του ρήματος λέγω; Τι κι αν δεν χώρεσαν ποτέ στο κεφάλι μας οι υποθετικοί λόγοι; Κρατήσαμε το λίπασμα του « ευ διάγειν » και « ευ ζην », που πρωτοστάτησαν στα κατοπινά μας χρόνια και σήμερα κουβαλάμε επάξια τη φορεσιά του έντιμου πολίτη και επιτυχημένου γονέα.

Ο αριθμός τηλεφώνου του ο ίδιος. Σήκωσε το ακουστικό… και ναι!!! Τον αναγνώρισα αμέσως κι ας είχαν στραγγίσει, τα είκοσι οκτώ χρόνια. Η γλώσσα μου δέθηκε κόμπο. Δεν ήξερα τι να αρθρώσω;
Πού να θυμηθώ τους τρόπους ευγένειας, που επέμενε να κουβαλάμε, προς του μεγαλύτερους; Σκούριασαν με μιας οι μνήμες και άλαλη έμεινα για λίγα λεπτά. Σαν συνήρθα, επιστράτευσα, ό,τι ανορθόγραφο μου κατέβηκε στο κεφάλι και έκρυψα επιμελώς, ένα δάκρυ, που βάλθηκε να στιγματίσει, την πιο όμορφη στιγμή της ζωής μου.
« Είμαι γέρος, τώρα », ξεστόμισε στην πολύωρη κουβέντα μας. Δεν έσπασε τη δέση των ειρμών του, μα διέκρινα, έστω μέσα από το σύρμα, την αετίσια ματιά του και τη λάβρα της νιότης, που του καταχράστηκαν, τα εβδομήντα πέντε του χρόνια. Εκείνος μνημόνεψε τα χρόνια του, μόνο που απέφευγε νακούσει τα δικά μας, γραφόμενα χρόνια. Το διάκοσμο της στολής, της δικής μας ψυχής. Πρωτομάστορας στο λάξεμά της, με τόση αγάπη για την τότε τρυφερή ηλικία μας, φτάνοντας σήμερα να του χρωστάμε, έστω το να συνταξιδεύσουμε, στην αδιόρατη ενσωμάτωση, του « κοσμώ » και « ηλιοπερπατάω ».
Διάφανη, ανομολόγητη και ονειροπαρμένη, η στράτα μπροστά μας και σίγουρα του πρέπει το μουράγιο της αναγνώρισης, νάναι το δικό μας οικοδόμημα, για έναν δάσκαλο που τύπωνε πάντα τα γραφτά του, σε πανάκριβες παιδικές περγαμηνές. Το λιγότερο που μπορούμε να του ανταποδώσουμε, για το τότε, μέσα από τον καθρέφτη του τώρα.
Δεν διαλέξαμε τυχαία τούτη τη μέρα, της παραμονής της Πρωτοχρονιάς! Θαρρώ πως αυτές τις μέρες, ξεκλειδώνει το παλιό τεφτέρι γενεθλίων και η πρώτη του σελίδα γράφει εσένα δάσκαλε.
 Σαν δύει, η τελευταία μέρα του χρόνου, πρέπει να ξεπληρώνεις όλα τα χρέη σου και κλείνεις όλους τους απλήρωτους λογαριασμούς, που σαν τυχαίνει να είναι και δώρα καρδιάς, τότε η ανατολή θα σε απαντήσει, πιο όμορφο και καταλαγιασμένο στην ψυχή.
Και εγώ θέλω απόψε, νανάψω το φάρο της καινούριας χρονιάς, με ένα εσώψυχο, παλιό πιστωτικό μου σημείωμα:
« Τιμή και υποχρέωσή μου να φιλήσω το χέρι σου Δάσκαλε ».Εκ μέρους όλων των τότε μαθητών σου.
Χρόνια Πολλά.

Βουλα Μεμου

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

ΠΑ----ΤΕΡΑΣ

                                      ΠΑ------ΤΕΡΑΣ     




       Αποσβολωμένος κοίταγα τούτο το θέαμα. Έγινα και εγώ για μια φορά μάρτυρας του άδικου. Νάχατε τα μάτια μου πομπό, να πάρετε όλη την ντροπή που ένιωσα, εγώ που πάντα έχω τον άχαρο ρόλο, να γράφω για χελιδόνια, την ώρα που σωριάζονται στα πόδια μου, ανθρώπινες αξιοπρέπειες.
       Παραστρατήματα της χρονιάς, θα σκεφτείς.

       Κατακρημνίζονται από το σάπιο βράχο, άψυχες ελπίδες και θάβεται ένα αύριο πριν καλά-καλά γεννηθεί.
       Και κείνο το ανθρωπόμορφο κτήνος που οι τίτλοι σπουδών του περιορίζονται στη μια και μόνη λέξη «πατέρας», έμπηγε τα νύχια του, τα κοφτερά και αλιμάριστα, στην αμάλλιαγη σάρκα του μοναδικού του, δικού του, άγγελου.
       Προσποιούμαστε όλοι, ότι η άγνοια πρέπει να πάψει να είναι ποινικό αδίκημα και το μόνο που καταφέρνουμε, είναι να την κάνουμε συνειδησιακό μας νόμο, γιατί πάντα θεωρούσαμε άγνοια, την  κατασταλαγμένη μας σιωπή, που δεν θάλεγε αλλιώς ο ιστορικός του μέλλοντος, παρά συνενοχή και συναδίκημα.
       Και νάταν ο φόβος του νόμου, που αποφασίσαμε τη σιωπηλή αμέτοχη άρνηση;
       Και νάταν το τόσο φτηνό « ου μπλέξεις », που κλείναμε ταυτιά μας;
       Εμείς οι απαίδευτοι, εμείς οι αχρείοι, λέγαμε πάντα « σπίτι μας », τα λίγα τετραγωνικά του καγκελόφραχτου συνόρου μας.
       Κλειδώναμε καλά τα μυστικά της εξόντωσης, του μαρτυρικού και άνισου αγώνα, όταν προβάλλαμε σαν άλλοθι, ότι δεν είναι « σπίτι μας », εκείνοι… οι  άλλοι… αλλά μόνο το κλειστό μας εμείς.
       Αφήναμε όμως, το σταυρό της εκμηδένισης, να τον κουβαλήσει ένα μικρό μπουμπουκάκι, που έγινε το άγγιγμά του με την ύπαρξη, μια μισοπεθαμένη, σάπια κουπαστή. Δεν την θεωρήσαμε ποτέ συνενοχή μας, αυτή μας την στάση απάθειας και ανοχής και δεν κληθήκαμε ποτέ να λογοδοτήσουμε, σαν φτιάχναμε μια ιστορία μόνο και μόνο για να έχει τραγικό τέλος. Πλουτίσαμε το μάθημα της ιστορίας, με κεφάλαια για πυρηνικές κεφαλές και είπαμε μέγιστη υποχρέωσή μας, μια βαριά ατσαλένια καγκελόπορτα, να οριοθετήσουμε, το στενό κόσμο του σπιτιού μας.
       Σαστίσαμε και κάποιοι θερμόαιμοι- κούφιοι όμως –έβριζαν σαν έβλεπαν ένα αναμαλλιασμένο κορμάκι, σαν τρομαγμένο αγρίμι, να μην θέλει να το πλησιάζει κανείς μας….    
       Όλοι συμφωνήσαμε πως έπρεπε να ασχοληθούν, οι ειδικοί μαζί του. Ναι, βέβαια, σαυτό είμαστε κατηγορηματικοί. Να ασχοληθούν, οι ξένοι ειδικοί με το λεηλατημένο του κορμάκι και να φωτογραφίσουν με χιλιάδες συζητήσεις, τον βανδαλισμό και τον αφανισμό της αθωότητας, που στα ερείπιά της, το μόνο που θα φυτρώσει είναι παγερές πέτρες.
       Φοράγαμε το προσωπείο του καλού οικογενειάρχη και του ευυπόληπτου καθωσπρεπισμού μας και κάναμε τον μόνο αγώνα να είναι ακριβή η ατσαλένια μας εξώπορτα.
       Αφήσαμε αμανάτι ένα απερπάτητο ροδοπέταλο και το δώσαμε –μικρό καθώς ήταν- στα πειράματα της ανερχόμενης παιδοψυχιατρικής.
       Κάναμε μακρόβιες συζητήσεις, επί συζητήσεων, θάλεγα, έτσι για να αποδείξουμε την επιστημονική μας κατάρτιση.

       Η απομυθοποίηση ενός ρόλου, ήταν εύκολη υπόθεση, αλλά πόσο μύθος μπορεί να λεχθεί ο ακρωτηριασμός, ενός παιδικού ψυχικού κόσμου;
       Προσφέραμε άπονα, το ανυπεράσπιστο τούτο πλασματάκι, στο εργαστήρι της έρευνας, για να κάνουν αξιόλογες και αξιόπιστες διατριβές… και βέβαια θάχαν έτοιμο και το υλικό, για την μελλοντική τους επιστημονική εργασία.    
       Περιφέραμε τον λεγόμενο ψυχικά διαταραγμένο – διεστραμμένο, « πατέρα », ίσα στα φλας των φωτογράφων και επιμέναμε να μας πει…. ΤΙ;
       Το είδος της ληστρικής επιδρομής;
       Το μέγεθος της αδιαντροπιάς του;
       Τον αιμοσταγή εφιάλτη, που παραφύλαγε τις νύχτες, να ζωντανέψει τους δράκους και τους βρικόλακες, στο ροζ παιδικό κρεβατάκι;
       Σε τούτα τα χεράκια, δεν πέταξαν περιστέρια τη μέρα της ειρήνης, μα σφίγγονταν γροθιές, όταν ο πόνος του φιμωμένου λυγμού, πνιγόταν από το αιμοβόρο ζώο, τις νύχτες του μαρτυρίου.
       Ποτέ το παιδικό φανελάκι δεν μύρισε λεβάντα. Η μόνη μυρωδιά… ο βρώμικος ιδρώτας του ζώου, που το λιγότερο που μπορείς να πεις ότι σου προκαλεί, είναι εμετός.
       Πού ανάγκη για πάνινες κουκλίτσες;
       Ποια αγκαλιά να γίνει παιδικό καταφύγιο;
       Πού ματάκια να λάμπουν, από υποσχέσεις τρυφερές;
       Ένα ανήλιαγο και στενό υπόγειο, ήθελε τούτο το πλασματάκι, γιατί τώρα πια, η παιδική του ντουλάπα, δεν ήταν κρυψώνα διαφυγής.
       Σταυρωνόταν καρτερικά, γιατί τα δάκρυα διαμαρτυρίας, ποτέ δεν πέρασαν το στενό οικογενειακό άσυλο και η λέξη « παιδί », ήταν πια χαραγμένη στη μεγάλη μαρμάρινη ταφόπλακα, που λάξεψε ο ένας καλλιτέχνης, που κατά τάλλα, έφερε τον τίτλο « πατέρας ».
       Ο πατέρας γεννάει, λένε οι γιατροί και κείνος ο βάρβαρος, σκέφτηκε πως έχει και το δικαίωμα να σκοτώνει, ότι γέννησε σε μια στιγμή, που δεν μπορεί να ήταν ηδονική ιεροτελεστία, αλλά τόπος μαρτυρίων.
       Δεν μπορείς να καρφώνεις σταυρούς, σε παιδικές σάρκες, αν δεν έχεις μάθει καλά, την τέχνη να αραδιάζεις μνήματα.
       Ποια αυθεντία χειρουργός, μπορεί να μεταμοσχεύσει, αιμορραγούσες πληγές, όταν αδυνατούν να τις καταγράψουν, τα πλέον σύγχρονα ηλεκτρονικά μηχανήματα;
       Το μόνο τελικά που καταφέραμε, ήταν να θεμελιώσουμε καινούριες φυλακές, για δολοφόνους, που δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς θα μεταφράσουν κάποτε, την έννοια « φρίκη ».
      
       Κι ύστερα είχα εγώ την ξεδιαντροπιά-και εσείς μου το επιτρέψατε- να λέω ότι θέλω να γράψω, εικαστική λογοτεχνία και να λέω εμένα, καλλιτέχνη.
       Με μεγάλη επιείκεια, γιατί πρόκειται για μένα, ότι αξίζω να με πείτε, είναι αναίσχυντο συμμέτοχο, στη μεγάλη συντεχνία των αδιάφορων.

       ΝΤΡΟΠΗ ΜΑΣ………..      

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

ο θανατος του ποιητη

                                     Ο θάνατος του ποιητή

       Παρέδωσε τα χειρόγραφα, κλείδωσε την πένα του και μετακόμισε για αλαργινούς τόπους φορτωμένος μια ποινή, που ζυγιάστηκε και κατοχυρώθηκε πάνω του.
       Στοιχημάτισαν όλοι στο μοναχικό του δρόμο και στόχευαν μαζί του το όμορφο, δηλαδή το δικό τους ωραίο, το άνω, το ένα, ή το εμείς, καθώς έλεγε τότε.
       Μέσα σε ένα στίχο, έδινε τη δραματουργηκότητα για μια ζωή ανθισμένες ώρες, που συνέθεταν το όριο των ωρών και καιρών που δεν θα λησμονηθούν ποτέ.
       Φυλάκισαν τον ποιητή μας, για παραβάσεις οδικού κώδικα-πλημμέλημα θα πεις- αλλά δεν αρνήθηκε την καγκελόφραχτη νύχτα, που λαχτάρησε στο ξεκίνημά του.
       Αδούλωτη αντιστάθηκε μόνο η ψυχή του, ότι δεν λογαριάζεται από κανέναν, σαν το σκοτάδι μελανιάζει τις αντιλήψεις και γράφει το προσπέρασμα των αναλογιών στο Μεγάλο Βιβλίο.
       Θέριευε μέσα του σαν μανιασμένο κύμα, η άλογη θεώρηση των τάσεων και τοποθετούσε προσεκτικά τα πράγματα, το ένα δίπλα στο άλλο, με μόνο γνώμονα, την δοτική και μάλιστα πάντα γένους θηλυκού.
       Μοναχικός, μοναδικός, ανυπεράσπιστος στους καιρούς, τράβαγε ίσα στο μονοπάτι που διάλεξε, σαν πρωτοέμαθε μια αράδα νοσταλγίες και συντρόφευε, κάθε που βράδιαζε, τη θάλασσα-μεγάλη του αγάπη-με το σκοπό της άρπας του, που οι συγχορδίες των στίχων, αποκάλυπταν την γνωστή του παραίνεση για χοές στον ένα δικό του θεό.
       Φορτωνόταν την ζωντάνια των νεκραναστημένων λέξεων και τις έραβε στήμονες κυοφόρησης, στη μεγάλη διαδρομή για το αξημέρωτο όνειρο.
       Μεγάλη του ερωμένη η πρώτη στροφή που σκάρωσε στον καμβά των συναισθημάτων και αγγελόσταλτο φυλαχτό η ανεμπόδιστη πεθυμιά του, για λατρεμένες ζωγραφιές γραφής.
       Τον συνάντησα πολλές φορές και συνταξιδέψαμε στα κανάλια της τέχνης του-μικρός εγώ θαυμαστής της ρίμας του-και σε θέση σταυροπόδι στην άμμο, μεταλάμβανα των αχράντων σπονδών, στην μεγάλη των άδοξων στεφανωμάτων πηγή.
       Πώς να τολμήσω να προτείνω το χέρι μου, για το άγγιγμα των λόγων του, σαν ξεροστάλιαζα και λαγοκοιμόμουν μέσα στις γραμμές, που οι εικόνες με αποστόμωναν;  
       Κάποτε θυμάμαι γευματίσαμε, με κάτι μαδημένες κίτρινες μαργαρίτες, σαν τις σκόρπισε στο γυμνό κορμί της ποίησης και λησμονήσαμε με μιας, τι λέγεται ή γράφεται ή νοιώθεται ή υπάρχει.
       Μικρού παιδιού ψυχή σπαρτάραγε στο στήθος του και έτσι του βγήκε αυθόρμητα να  αρχίσει να γράψει ένα παιδικό παραμύθι. Θαλασσινό ήθελε να είναι. Έτσι για το λεύτερο του γαλάζιου. Έτσι για το λεύτερο που δεν έμαθε ποτέ τη σημασία του. Μα και το παραμύθι του αντιστεκόταν. Δεν ήθελε να πάει παρακάτω. Κλείστηκε δέσμιο στο σκοτεινό θάλαμο του μυαλού του και πεισματικά αρνιόταν να ακουστεί ολάκερο.
       Αϊ, γέρασες ποιητή, ακούστηκε η φωνή των αντιρρήσεων και λογομάχησε με το χτεσινό συνοφρύωμα των ματιών, σαν κατρακύλησαν οι λέξεις, σε ανορθόγραφες και στιγματισμένες μελανοσειρές.
       Το απόρθητο μέχρι χτες κάστρο, παραδόθηκε αμαχητί, και όλες οι δόξες τον προσπέρασαν και τον έταξαν μάρτυρα, σε μια παλιά κατάρα, που δεν έλεγε να ξεφορτωθεί. Δεν τόλμησε να τα βάλει με το παλιό ρολόι του τοίχου που σταμάτησε εκεί στο παλιό υπάρχω του και έτσι έμεινε με το φορτίο στην πλάτη νακούει, τα τραγούδια των άλλων και να ψιθυρίζει μόνος του:
       Πειράζει που κλαίω Μήτσο;
       Τι χρώμα νάχει άραγε, το δάκρυ ενός ποιητή και πόσες ρωγμές αυλάκωσαν το μέτωπό του, σαν ο ιδρώτας βγήκε να λογοδοτήσει, σε κείνο το γέρασες;
       Άνοιγαν πότε-πότε τούτες οι ρουνιές και μούσκευαν το προσκέφαλό του, σαν έγερνε μόνος και αδικοζαλισμένος, να καταγράφει τις χαρές που του νύχτωσαν και έβλεπε και κείνο το αστέρι να λοξοδρομίζει κάθε που νύχτωνε.
       Γύρευε μάταια, τη λευκή σελίδα που χρώσταγε στο θέλω του και την άκουγε να ξεμακραίνει ολοένα και πιο πολύ.
       Κανείς δεν του διάβηκε το κατώφλι της χαράς, που λαίμαργα κρυφοκαμάρωνε και οραματιζόταν, σαν στέριωνε το ένα γραφτό του-τότε , όμως, τόσο μακριά-που δεν έχει φακούς η όρασή του, να διακρίνει με ευκρίνεια. Χιλιοειπωμένες οι υποσχέσεις που του δόθηκαν και ανήμπορος πια να δώσει όρκους, καταδικάστηκε στο δικό του αφανές και αχανές μισοσκόταδο, που σαν το αντικρίζεις, σου ραγίζει η καρδιά σου.
       Πού να ψάξεις τον περήφανο καβαλάρη της τέχνης, που δεν άφηνε δύσβατο, απερπάτητο;     
        Τούτος, ο λόγιος μετανάστης της τέχνης, ο ποιητής του χτες, έμενε πια ακίνητος και μαρμαρωμένος, να ανακατεύει θυμιάματα-έτσι τάβλεπε τώρα-και να αραδιάζει διαδρομές, που είχαν αξία μόνο τις καλοκαιρινές διακοπές.
       Σαν ανταμώσετε κάποτε, τον παλιό εκείνο εραστή της τέχνης, πέστε του, πως τον ψάχνω, ναρχίσουμε ένα στίχο μαζί.
       Τα παιδιά περιμένουν το παραμύθι του.
       Σαν άξαφνα, ώρα γιορτής
             Ξυπνήσεις χάραμα,
       Πάρε ένα στίχο-μικρού παιδιού τραγούδι-
            Και πες με άθλιο
                  Και ακαμάτη γέρο
       Που στέρεψε τη βρύση
              Που ξαπόσταινε….
                    Ο λιοκαμένος… στρατηλάτης…
                             Αδερφός μου.


           

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Γραμμα σε εναν δικο μου φιλο...

       
       ΓΡΑΜΜΑ ΣΕΝΑ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΦΙΛΟ

       Μια φορά και έναν καιρό….τώρα….ήταν ένα τραγούδι, δική της σύνθεση και ερμηνεία, που εγώ ο φτωχός γραφιάς θέλω να τραγουδήσω, στο όνομα του αετώματος της μικρής πετρόκτιστης κρήνης της.

       Ανατρίχιασε σύγκορμη την ώρα που δινόταν –παιδί άμαθο, θα μου πεις –αλλά έτσι γίνεται η μόνη διαφορά. Μια διαφορά, που στις συγκρίσεις, εκείνος που χάνει, είναι ο άσωτος ζυγιστής, του μεγαλείου, με τη φτήνια.
       Είχε επίτηδες φυλάξει εκείνη τη σελίδα, του Μεγάλου Βιβλίου κενή, για να χωρέσει τη μια και μόνη λέξη που κατάφερε ξαφνικά να σκαρώσει.
       Δυο χρόνια ψαχούλευε στο λεξικό του μυαλού της, να βρει μια λέξη για τούτη τη λευκή σελίδα. Δεν ήθελε να κλείσει το βιβλίο με μια άγραφη, κενή σελίδα. Δυο ζωές σε κατατρέχουν οι Ερινύες για τη μόνη σελίδα που άφησες κενή.
       Μούδιασαν μεμιάς οι πυρίμορφες χαρές σαν διάβασαν στο χρώμα των ματιών της,  τη μοναδική της ζωής της ώρα, σε μια συνάντηση.
       Είχε αγκυροβολήσει σε τούτη τη σελίδα, όλα τα κλικ –που έλεγαν κάποιοι- και εκείνη δεν κατάλαβε ποτέ.
       Είχε σταματήσει τα ρολόγια όλου του κόσμου, στις επτά το πρωί ακριβώς. Θέλει πολλά κότσια για να κλείσεις ένα επτά, σε μια άγραφη σελίδα και ναφήσεις τόργωμα όλου του Είναι σου, σε μια κοσμοώρα. Επτά. Δεν κελαηδούν ταηδόνια τούτη την ώρα και πέντε-δέκα κοτσύφια πούχαν βάλει σκοπό το πρωινό ξύπνημα, αραδιάστηκαν αποκαμωμένα και λευτερωμένα στο κλαδί της δική της εντολής.
       Ποιος δεν ξεστόμισε την ολοκλήρωσή του, σαν έζησε στο πετσί του, ένα « είσαι ο μοναδικός και το νιώθεις…. .άραγε πόσο θα το αντέξεις;» Ποιος σέμαθε, νάχεις τον ώμο, να σηκώσεις τη μοναδικότητά σου:
   
       Ποιος δεν άκουσε το λατρευτό πρωινό της, σαν η επανάληψη έμοιαζε με το τρακ του πρωτάρη:
       Ποιος δεν γιομάτισε από τούτο το νάμα που οι τέλειοι των καιρών το κατέγραψαν απλά σαν ένα λάθος:
       Ποιος άντεξε και δεν γονάτισε μπροστά στο Θείο μεγαλείο σαν μέτραγε τις ίντσες του κορμιού με κάτι ανείπωτες Ωδές που δεν είναι κανείς άξιος να δώσει μονάδα μέτρησης:
       Κατέγραψε μια καρέκλα και ένα γραφείο, σαν λάφυρα στις αποσκευές της, όχι γιατί η αξία τους ήταν μεγάλη, αλλά πάντα θα κρύβουνε το μυστικό, για το πώς μπόρεσε  να σταματήσει τα ρολόγια όλου του κόσμου. Θα το μαρτυράνε μόνο στο Αυγουστιάτικο φεγγάρι, που έτσι ολόγιομο που βγαίνει σου αδειάζει την ψυχή μια φορά στα χίλια χρόνια.
       Βούτα, τη μοναδική της ζωής σου Αυγουστιάτικη νύχτα, στα κανάλια της αναζήτησης και γίνε ο τυχερός που σου ανοίχτηκε ένα παράθυρο στο αιώνιο Αύριο.
       Σιγά τα λάφυρα! Θακούσεις. Μια καρέκλα και ένα γραφείο!
       Το πολύ – πολύ να σε πουν τρελό, όλοι αυτοί, που έκαμαν την τρέλα σου αυτή, επιστήμη και όποιος γλυτώσει Πόσο μακριά νυχτωμένοι είναι:
       Ανεμπόδιστη θάναι η πεθυμιά σου και μόνος σου θα λύσεις σε μια μαγική βραδιά με πανσέληνο το μυστήριο της αφθαρσίας. Αγουροξυπνημένα θα φαίνονται τα φώτα των ματιών όλου του κόσμου και απόκοσμη λάμψη θα καθρεφτίζει στα δικά σου μάτια, ένα απλό φεγγάρι.
       Τόζησε τούτο το ξύπνημα στις επτά ακριβώς και δειγμάτισε τα μόνα της λάφυρα μια καρέκλα –λίγο σπασμένη θα σκεφτείς- και ένα γραφείο. Όχι δεν ήταν παλιά η καρέκλα, απλά έσπασε κάτω από το βάρος δυο άναρθρων αναστεναγμών που θα πλήρωναν πολλά οι περίεργοι της εποχής για να ζήσουν έστω για μια φορά.
       Η γεωγραφία του κορμιού της έδειχνε εκείνο το ένα σημείο της διαφορετικότητας, σαν απαντήθηκε δέκα μόνο φορές –ναι ακριβώς, λόγω τιμής, τόσες ήταν- με τον Ισημερινό.
       Και είχε αξία αυτό το συναπάντημα γιατί για κείνη ήταν η μόνη της φορά.
       Πρώτη φορά διάλεξε δυο ίντσες κορμί ναποθέσει αυτό το θησαυρό που τόσες ανατομικές ασκήσεις, δεν θα διάλεγαν ποτέ. Χόρεψε πάνω σε κείνη την καρέκλα, το σπάνιο χορό των αγγέλων, που μυαλό ανθρώπου δεν θα χώραγε. Άψυχη θα μου πεις, η μαύρη μισοσπασμένη καρέκλα, που εσύ, που πάντα καμάρωνες, σαν σου λέγανε πως πέταγες στα σύννεφα, την έκαμες λάφυρο στις μικρές γηινες αποσκευές σου, μα για μένα, άνθρωπε αλλοτινών καιρών, έγινε το δικό μου άδυτο.
       Έγδυσε όλα τα κύτταρα μπροστά σένα γραφείο –ήταν και ένας καφές που άχνιζε ανατολίτικο άρωμα- και σε μια μαύρη καρέκλα, που έμελε να ξέρει τις αλήθειες, μόνο λευκές.
       Ξυπόλυτη με βρεγμένα τα πόδια, αντέγραφε κάθε φορά, σε μια μοκέτα, τα σημάδια που δεν είχαν για κανέναν σημασία, παρά για το στοίχειωμα ενός επτά, στη μία και μόνη δική της άσπρη σελίδα.

       Και έζησε εκείνη καλά….και εγώ ο μικρός τραγουδιστής της, πιο σοφός, με μόνο μου σκοπό, να αφήσω μια κενή σελίδα και να ψάχνω το δικό μου επτά ακριβώς…..  




Τρίτη 14 Απριλίου 2015

πωλειται...

       

       Πάντα ξέχναγε την ταυτότητά του, στο άλλο του σακάκι, σαν έπεφτε στο τραπέζι το θέμα, ηλικία. Έμενε πιστός στη χρονιά, που τον βόλευε. Δικό του αποθυμένο, να μείνει λίγο, έως πολύ πίσω. Είχε βάλει ένα όριο και αντλούσε, σαν από ξεροπήγαδο νερό, τα χρόνια με το τσιγκέλι. Ήταν το μόνο που μπορούσε να ελέγξει από τη ζωή του, η ηλικία του. Μόνο εδώ, ήταν ο κυρίαρχος του παιχνιδιού.
       Ποιος μπορούσε νανακαλύψει, την κρυμμένη καλά, ταυτότητά του;
       Βρέθηκε σε τόπο, που η καταγωγή του, ήταν αιτία για προσπεράσεις. Βάλθηκε να γίνει κάτι μεγάλο, κάτι σπουδαίο, κάτι που να ξεχωρίζει. Πάντα όμως σκόνταφτε, στην καταγωγή και στο πιστεύω του. Άλλο Θεό αντάμωνε, σαν αποφάσιζε να προσευχηθεί.
       Κλείδωσε, λοιπόν, καλά στο σκοτεινό θάλαμο, το ανεμφάνιστο φιλμ του παρελθόντος του και στρώθηκε να ζωγραφίσει εικόνες άλλων, για δικές του.
       Του βάραινε το στήθος, ακόμα και κείνη η χαρακτηριστική μυρωδιά του και χαράμιζε, όλο του το χαρτζιλίκι, σε σπάνια αρώματα.
       Ξέρετε, οι άνθρωποι, έχουν μια δική τους μυρωδιά και είναι για τον καθένα ξεχωριστή, μοναδική, αναγνωρίσιμη και μη επαναλαμβανόμενη. Είναι κάτι σαν το ΑΦΜ του καθενός μας. Ξεχνάς τα μάτια, το ύψος κάποιου, αλλά η αίσθηση που τρέχει στον αέρα σαν φυσάει, αντανακλά την ταυτότητά σου. Κάποιοι δεν την αντέχουν και καταστρώνουν σχέδια αρωματικών στόχων, μα εκείνη επιμένει, όσο κι αν η χημεία κάνει θαύματα.
       Δύσκολος ο δρόμος που διάλεξε. Έπρεπε όμως να τα καταφέρει. Νοίκιαζε τη ζωή του, και το θέλω του, αρκεί να τα κατάφερνε. Το σχέδιο απλό, μα με μια σαρακοφαγωμένη, δική σου ταυτότητα, πόσες αρθρώσεις σου, μπορούν να σκληρήνουν, από αληθινές και αναίμακτες απολαύσεις; Καταχώρησε στα αζήτητα, ακόμα και δυο δάκρυα, που θα απάλυναν, την πληγή του ξεπουλήματος.
       Σαν έγερνε στο προσκέφαλό του, ο ιδρώτας, μαρτύραγε την ταλαιπωρία της νύχτας και κείνη την επιμονή των χημικών, στις αποτυχίες,      
       Όταν ζεις όμως, με το ενοικιαστήριο καρφωμένο στην πλάτη σου, ποιος  Θεός, θα σου εμπιστευτεί, να κουβαλήσεις άνθρωπο και ομορφιά, σε άνισες αναμετρήσεις;
       Τότε ο νόμος της ζούγκλας αναβιώνει μέσα σου και στήνεις μνημεία, μόνο για αποτυχημένα οράματα. Ψάχνεις στην αρχή, τα μάτια σου, σε χιλιάδες αντικατοπτρισμούς, μα σαν περάσεις το κατώφλι της προσαρμογής, αναζητάς καλύτερη τιμή, στον πλειστηριασμό σου. Δεν ατενίζεις το στόχο σου, εκεί ψηλά, γιατί για σένα, όλα σταματάνε, κάπου στη μέση. Και την ημέρα που θα ορκίζεσαι, για το πτυχίο μιας επιστήμης, δεν υψώνεις το χέρι στην Τριαδικότητα, γιατί ξέρεις καλά, ότι και το πτυχίο σου δανεικό είναι. Μένεις, τελικά, εκεί πίσω, απ όπου ξεκίνησες και αρχίζεις να ξεπληρώνεις τα χρέη, του δικού σου μηδενικού πιστεύω.
       Φτύνεις από αηδία τον εαυτό σου, στον καθρέφτη της άναυδης αξιοπρέπειάς σου και παραγγέλνεις αμέσως το καινούριο κουστούμι, του… έγινα κάποιος έστω και με το ξεπούλημά μου.
       Πώς νανταμώσεις την ομορφιά της άδυτης κοσμογονίας, πώς να σηκώσεις τα μάτια σου, στα χρώματα της ανατολής, όταν το πετσί σου, έχει ακόμα εκείνη τη μυρωδιά, του ότι δόθηκες αντιπαροχή-σε καλή τιμή όμως-και τώρα σηκώνουν ορόφους στις πλάτες σου;
       Στρώνεις υποχρεωτικά γαμήλια κρεβάτια για τους άλλους και κρατάς τον παλιό ξύλινο σουμιέ, ότι σου επιτρέπουν και το αναγράφει καθαρά το συμβόλαιό σου.
       Σταμάτησαν πολλοί στο δρόμο σου και σεμπιστεύτηκαν, κάποιοι σου άπλωσαν και το χέρι τους, να περάσεις αντίπερα, αλλά πού έμαθες, ότι υπάρχουν ζεστά χέρια και ανοιχτές αγκαλιές;
       Οι όροι, ήταν σαφείς.
       Σου δώσανε όνειρα, μόνο με τα δικά τους στοιχεία, γιατί απλά, είχες την τύχη να είσαι ΜΙΚΡΟΣ.
       Πες μου τώρα, ανώριμε και άγνωστε πτυχιούχε, με το ιδιόκτητο πια ρετιρέ σου, τι χρώμα έχει ο εξευτελισμός σου;
       Δος μου τον ορισμό της παραπλάνησης και διάβασέ μου μια αράδα γραμμένη μόνο από σένα. Αλήθεια, έγραψες ποτέ κάτι, μόνος σου;
       Ούτε καν μια πλαστή ταυτότητα, που την έχεις τόσο ανάγκη, κατάφερες ναποχτήσεις και αναγκάζεσαι, να παίζεις κρυφτό με τα χρόνια σου.
       Ότι σου έμεινε να ελέγχεις και να επιβάλλεσαι, βγάζοντας το αποθυμένο σου είναι, δείχνοντας το πτυχίο σου, να μαζεύεις πεταλουδίτσες στο φως.
       Όραμα μεγάλου και σπουδαίου ανδρός, η αριθμητική υπεροχή, στην αδέσποτη ηδονή, που μετουσιώνει αμέσως το ζώο, η μάλλον το ζωάκι. Ο στροβιλισμός, γύρω από την αναμμένη λάμπα, δίνει πάντα, ανυποψίαστες και αναλφάβητες, ρομαντικές συνευρέσεις, στον ένα και μόνο κραυγαλέο θρίαμβό σου.
       « Επιτέλους… κλέβω και εγώ κάτι, έστω και αν δεν τολμάω ποτέ να το δείξω ».

       Και έμενε πάντα, έτσι κρυμμένος μαζί με την αληθινή του ταυτότητα, το ζωάκι μας- που είχε όμως όνομα και πτυχίο-να καταγράφεται στα μητρώα της πολιτείας, ως επισκέπτης, αγνοούμενης σελίδας.
       Ας μπορούσε να μαζέψει το νήμα ανάποδα και να ξαναβρεί την αρχή του!!!
       Ας είχε πισωγύρισμα, η κατά λάθος και νόθα πορεία του!!!
       Δεν θα πήγαινε ποτέ σε ορκωμοσία πτυχιούχων, δεν θα έμπαινε ποτέ σε λοταρία!!!


       ΦΙΛΕ ΜΟΥ, είναι μεγάλο ΚΑΤΟΡΘΩΜΑ, να κατέβεις στη θάλασσα για το ουζάκι σου και να κοιτάξεις το λιόγερμα με το ΚΕΦΑΛΙ…….. ΨΗΛΑ……….        

Σάββατο 4 Απριλίου 2015

ηταν ενας κλοουν!!!!!


       ΗΤΑΝ…..ΕΝΑΣ  ΚΛΟΟΥΝ…

       Η βροχή ήταν καταρρακτώδης, Όμως δεν φύσαγε εκείνο το βράδυ. Μόνο έβρεχε και έβρεχε  ανελέητα. Ήταν βλέπεις και η ξηρασία. Έξι μήνες και ούτε σταγόνα ζωής σε τούτο τον παρολίγο ευλογημένο τόπο.  Όλοι διπλοπαρακάλαγαν, μέχρι χθες, έστω για μια ψιχάλα. Λίγο και θάκαναν λιτανείες. Για λίγο νερό, θάκλαιγε χρόνια η γη. Η παρολίγο ευλογημένη γη. Τώρα σκέφτηκαν ένα κερί στο παλιό και ξεχασμένο κόνισμα και μια παράκληση, για λίγο νεράκι. 
       Όλα τους τάδωσε ο Πλάστης απλόχερα. Όλα. Και κείνοι τα πήραν και τα καταβρόχτησαν. Δεν κράτησαν ούτε μια αξία νάχουν να ελπίζουν, σε μια καλύτερη συμβίωση. Η ζωή έγινε ένα φτηνό είδος προς πώληση. Όλα πουλιόνται και αγοράζονται στη φτήνια. Τα καλάθια των συναισθημάτων και αισθημάτων, στο πεζοδρόμιο. Τίποτα το όμορφο και αγνό. Αγνότης, ήταν η μεταπώληση της μπέσας, σε τιμή ευκαιρίας. Όλοι έψαχναν… και έψαχναν…. και να τους ρώταγες το μόνο που θα απαντούσαν, ήταν πως « ψάχνω ».
       Ψάχνω…Για τι:
       Ζω…Για τι:
       Είμαι…Για τι:
       Είχε και κάτι αστραπές εκείνο το βράδυ… Βαρέθηκες πια να κάθεσαι με τις ώρες στο μισοσκότεινο καμαράκι σου, που μόλις και με τα βίας χώραγαν είκοσι νοματαίοι.
       Τούτη τη βροχή και εσύ την περίμενες. Κάθε που άστραφτε έβλεπες καθαρά τις ξεπλυμένες πνοές να σωριάζονται, σαν άδεια σακιά, μέσα στα λασπόνερα.    
       Και συ, ο δύστυχος ονειροπόλος των αντιρρήσεων, περιφερόσουν, ίσαμε το ξημέρωμα, έτσι για να λες ότι …κόβεις χιλιόμετρα.
       Κοίταγες από δω και έβλεπες κόσμο να ψάχνει. Κοίταγες από κει και έβλεπες κόσμο να πουλάει. Και συ στη μέση, δεν μπορούσες να κατατάξεις τον εαυτό σου κάπου. Ούτε στους αναζητητές, ούτε στους πραματευτές.
       Ήθελες ένα κόνισμα να προσευχηθείς και κείνο που έβρισκες ήταν εικονίσματα σε τιμές ευκαιρίας. Ήμαρτον Κύριε, σταυροκοπήθηκες. Τούτο εδώ είναι ζωοπανήγυρη.
       «Και ποιος σου είπε κύριε νάρθεις:» Και συ αναρωτιόσουν γιατί ήρθες.
       Βρέθηκες τυχαία να περπατάς εδώ: Ή ηδονίζεσαι με την φθορά των πάντων: Τα συντρίμμια είναι η απόδειξη μιας περασμένης ομορφιάς. Η φθορά είναι ταπομεινάρια, αυτής της ομορφιάς.
       Εσύ άραγε τι είσαι:
       Η ομορφιά , ή η φθορά:
       Συντρίμμι, ή απομεινάρι:

       Τούτο και νάναι βασανιστική πρόκληση. Εσύ είσαι ο άγνωστος ντελάλης, των φθαρμένων καταστάσεων.
       Και στάλεγαν πρότερα και στάδειξαν, αλλά εσύ τι έκανες: Σε συλλαμβάνουν έτσι γελοίος που φαίνεσαι.
       Σου δένουν τα μάτια και σε περιφέρουν στις αγορές.
       « Τώρα τι βλέπεις παλιάτσε:»
       « Γιατί δεν δούλευες, αλλά έκοβες βόλτες:»
       Μα εγώ……
       « Τι είπες : Εγώ : Και ποιος είσαι εσύ και λες εγώ: Ποιος σούδωσε το δικαίωμα να κρίνεις και να λες εγώ :»
       Και ξαφνικά σπάνε οι χορδές σου και δεν θα ξαναμιλήσεις πια. Να και για αντίδραση σταματάς και να σκέφτεσαι. Τι να σκεφτείς και γιατί να σκεφτείς: Έχουν αναλάβει άλλοι αυτή την αγγαρεία. Πόσο θάθελες και συ, για μια φορά και μόνο στη ζωή σου, να ζήσεις αγκαλιά με τις σκέψεις που έκανες τόσα χρόνια!!! Οι κλόουν στα τσίρκο δεν σκέφτονται. Κάνουν τους άλλους να γελάνε. Αυτό φτάνει.
       « Γιαυτό σαφήνουμε να ζεις. Ποιος σου είπε ότι μπορείς να λες τη γνώμη σου, ή να κοιτάς μαυτό το ηλίθιο βλέμμα: Εσύ, μόνο θα κινείσαι για να γελάνε οι άλλοι.»
       Την πήραν χαμπάρι, όμως την αλλαγή σου. Σε ρωτάνε τι έγινε και εσύ κοιτάς μένα απλανές βλέμμα, που τσακίζει κόκαλα και δεν μπαίνεις στον κόπο ούτε καν να τους ακούσεις. Εσύ δεν λες τίποτα. Φαντάσου νάξεραν ότι σταμάτησες και να σκέφτεσαι μόνο από αντίδραση.
      Αφού πήγαν σε κείνο το στρογγυλό γυάλινο τραπέζι τόριξαν σε απανωτές συσκέψεις. Απόφαση καμία. Και δος του οι συσκέψεις. Και δος του πονοκέφαλος. Και δος του « κούκος μονός σε διπλό ταμπλώ ». Και ποτάμι ο ιδρώτας.
       Αναρωτιέσαι ο άνθρωπος, τι έκανες και τι θα σε κάνουν:
       Γιατί σε απομόνωσαν αφού δεν έκανες τίποτα:
       Τίποτα: Άκου τίποτα….
       Μέγιστο αμάρτημα.
       Εσύ όμως τα είδες όλα. Τα ένιωσες όλα και δεν ήθελες να βγεις εκεί έξω.           Προτιμάς την απομόνωση. Προτιμάς τον κλόουν άβαφο και μόνο στο κλειδωμένο καμαρίνι.
       Δίχως να γελάει κανείς εις βάρος του. Είναι θα μου πεις λύση αυτή: Ε … είναι μια λύση.
       Όταν η φθορά φτάνει σε σένα, όταν όλα είναι τίποτα, εσύ γιατί να κάνεις διαγνώσεις και να προβλέπεις, επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα:
       Ποιος θα γυρίσει να κοιτάξει και νακούσει, όσα λέει ένας κλόουν:
       Ποιος θα πάρει χαμπάρι τον χαμό σου:
       Νάξερες τι θα πει « ρέστα » φουκαρά μου :


καθηστερουμενα χρεη

      Καθυστερούμενα χρέη

        Γύρισε βαριεστημένα τη σελίδα στο ημερολόγιο του τοίχου. Κάθε πρωί η ίδια ακριβώς κίνηση. 14 του Αλωνάρη σήμερα. Κατακαλόκαιρο έλεγε. Του έτους:…. Τι σημασία έχει το έτος: Όλα ίδια τα έζησε κι ας άλλαξε τόσα ημερολόγια.
       Ο δρόμος της ζωής του γνωστός και πάντα ο ίδιος. Οι εικόνες επαναλαμβανόμενες. Καρέ από το ίδιο κομμάτι φιλμ που δεν έλεγε να τελειώσει και ας πέρασαν τόσοι άσπροι χειμώνες και σωριάστηκαν ένας-ένας στα μαλλιά του με το έτσι τους θέλω.
       Κάθε πρωί και πολλές φορές βράδυ, έκανε την ίδια ακριβώς προσπέραση στο ένα και μόνο λεωφορείο που στοιχημάτιζε στο γνώριμο πια οδηγό του. Τον γνώριζε καλά, τον σήμερα μεσήλικα άντρα και τον καλημέριζε μένα νεύμα από τον καθρέφτη. Δεν έμαθε ποτέ τόνομα του φίλου, που το χαμόγελο και το χαιρέτημα γινόταν ανάγκη και το λάφυρό του από τη θειαφένια, απρόσωπη και μοναχική τσιμεντούπολη.
       Όμως σήμερα….. Λίγο το καλοκαίρι-έλειπε βλέπεις και η οικογένεια στο νησί-λίγο η χρονιά, που φέτος βάλθηκε να του θυμίσει τα μεγάλα της ζωής του αμαρτήματα-η ανθρωπιά του το μεγαλύτερο-έβλεπε βαριά τα πόδια του και ανέβαλλε το πρωινό του ξεκίνημα. Σαν να ήθελε σήμερα να μην μιλήσει και να μην ακούσει κανέναν. Περιττές οι κουβέντες, τα όμορφα λόγια που πάντα ξεψύχαγαν και χανόσανται την μια δική του ώρα που η ανάγκη του, ήταν κάτι περισσότερο από κούφια και ανούσια λόγια.
       Πηγαινοερχόταν κουζίνα-σαλόνι, έπαιρνε τα κλειδιά του να φύγει, αλλά σαν κάτι να τον έσπρωχνε προς τα πίσω.
       -Άντε ένα τελευταίο τσιγάρο.
        -Όχι δεν θα πάω τόσο νωρίς, μονολόγησε.
       -Το δικαιούμαι, βρε αδερφέ.
       -Τόσα χρόνια, ούτε τα τρένα, δεν έχουν τόση συνέπεια στα δρομολόγια.
       -Και εγώ καλοκουρδισμένο ρολόι όπως ήμουν, δεν έχασα ούτε ένα πρωί το δρομολόγιό μου.
       -Πόσα χρόνια δεν μου λεηλατήθηκαν, από όλα τα θεριά της εκμετάλλευσης και πόσα πτυχία αδικίας δεν μου απονεμήθηκαν: Ένα-ένα τα κρέμασα στη σελίδα που έγραφε ΠΑΡΑΠΟΝΟ και επίτηδες μουντζούρωσα, μια νύχτα, που οι αστραπές βάλθηκαν να μου τη φωτίσουν.
       Μόνο παράπονο, μπορούσε να νιώσει ένας τέτοιος ΑΝΘΡΩΠΟΣ, γιατί είχαν φροντίσει οι μοίρες γιαυτόν, ναφαιρέσουν από το μέσα του, κάθε τι φτηνό και μικρόψυχο. Τον ήξεραν καλά και έτσι, η συντριβή του τόσα χρόνια, ήταν εύκολη υπόθεση. Η προσπάθεια εδώ δεν βαθμολογείται, γιατί περισσεύει.
       Βγήκε στη βεράντα του και άραξε σαν νάταν αργία. Φοιτητής, θυμάται το είχε ξανακάνει, από αντίδραση. Πόσα χρόνια πέρασαν, μέχρι να ξαναζωντανέψει, την τότε αδικία που του έγινε:
       Πήρε το δεύτερο καφέ του στα χέρια και άφησε το μυαλό του λεύτερο και απρογραμμάτιστο, να σκορπίσει και να ταξιδέψει στους δώδεκα ισημερινούς που του ανήκαν δικαιωματικά και χωρίς ίχνος χάρης.
       Πήρε ένα τετράδιο, την καλή και ακριβή του πένα  και βάλθηκε να γράψει δυο στίχους. Η δική του ζωή χώραγε χίλιους δυο στίχους μέσα.
       -Και σαν οι γειτονιές του κόσμου μαρνηθήκανε, και μου κλείσανε το δρόμο και μου σακατέψανε το βήμα της ανησυχίας, για να μην συναντηθούν οι πατημασιές μου, με την καμουφλαρισμένη τους ζωτικότητα, τότε, με δεμένα τα χέρια, γύρναγα ανάμεσα στις ομορφιές τις υποχρεωτικά μακρινές μου και μου διάβηκαν οι ακρογιαλιές με ταπεινωτικές μάσκες και στις πόλεις δίχως ήλιο και αέρα, δίχως γη και ένα κομμάτι ουρανό μόνο δικό μου, μόνος…. Ξεχύθηκα και βούλιαξα και θάφτηκα στο ίδιο μου το άδικο, που φρόντισαν να μου το υπενθυμίζουν με κάθε ευκαιρία που τους δινόταν…………   

       Ο χτύπος του τηλεφώνου, ήρθε σαν απρόσκλητος επισκέπτης, να του χαλάσει την ησυχία. Σκέφτηκε προς στιγμή, να το αφήσει να κάνει τη δουλειά του και κείνος να συνεχίσει, ότι δεν είχε σκεφτεί να κάνει τριάντα τόσα χρόνια. Όμως η συνήθεια από τη μια, η ανθρώπινη υπευθυνότητα, τον έκαναν ναπαντήσει
       -Μπράβο Μιχάλη, τα κατάφερες. Εγώ πάντα πίστευα στην αξία σου. Να δεις έλεγα, θα του δώσουν την προαγωγή…. Άργησες σήμερα και έχω το χαρτί στο γραφείο σου. Τι φίλοι θάμαστε αν δεν στο ανακοίνωνα εγώ πρώτος……….
       Παράτησε το ακουστικό στο τραπέζι και άφησε τούτα τα μεγάλα ψεύτικα λόγια, να τα πάρει ο αέρας.
       Έγραψε μόνο ένα μήνυμα, σένα φίλο του. Τούτος, ήταν από την ίδια πάστα και δεν σήκωνε αυλοκόλακες. Τι τούγραψε:
       -Θυμάσαι το ουράνιο τόξο που φωτογράφησα: Σήμερα δεν έχει φεγγάρι και θα βγω για ψάρεμα.
       Εκείνος ο φίλος, ήξερε να το διαβάσει σωστά. Γιαυτό του το έστειλε.

       Σήμερα 14 του Αλωνάρη του έτους μηδέν, κατάλαβαν όλοι την αξία του. Σήμερα τον θυμήθηκαν όλοι, να του πούνε πόσο περήφανοι ήταν, που τους έλεγε φίλους του, αλλά και πως όλοι τόξεραν ότι ήταν άδικο τόσα χρόνια να στερείται αυτή την προαγωγή ……. Ανθρωπάκια, ακόμα και την στιγμή που κατακερματίστηκε το προσωπείο τους. Αλλά άμα γεννηθείς ανθρωπάκι…….